ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ

ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΩ

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ: Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ


Νάμαι κι εγώ με το ραπόρτο μου για το συλλαλητήριο, τελευταία και καταϊδρωμένη. Με το να βρίσκομαι εκτός έδρας δεν μού είναι εύκολο να γράψω. Σε τέτοιες περιπτώσεις μέσα σε έναν ποταμό αναρτήσεων όπου  όλα έχουν ειπωθεί «κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί» όπως είπε και ο ποιητής που ο περισσότερος κόσμος γνωρίζει από τους στίχους που μελοποίησε ο  Μίκης Θοδωράκης, δεν γράφω τίποτα, δε θα χαθεί ο κόσμος λέω αν δεν πω την αποψάρα μου, τα είπαν όλα οι άλλο(-ες). Σ΄αυτήν την περίπτωση όμως νοιώθω ότι έχω χρέος να μιλήσω. Γιατί υπάρχει κάτι το οποίο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, για το οποίο ήταν πολύ λίγες οι αναφορές  αν και υπήρχαν αλλά κάπου χάθηκαν μέσα στη σφοδρότητα των αντιπαραθέσεων. Και  αυτό που παραμερίστηκε είναι αυτό που θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να βρίσκεται στο κέντρο των συζητήσεων. Θέλω να μιλήσω για τον κόσμο που συμμετείχε στο συλλαλητήριο και πώς πέρασαν τα συμβάντα που ερήμην του συζητούμε μέσα από τα δικά του φίλτρα.  Για το δικό του Συλλαλητήριο στο βαθμό που μπόρεσα να το προσεγγίσω, γι αυτό που κατάληξε να γίνει η άγνωστη πλευρά αυτής της τόσο κρίσιμης εκδήλωσης. Να μιλήσω γι αυτούς τους ανθρώπους που κατακλύσαν την Πλατεία Συντάγματος και όλους τους γύρω δρόμους, τους αθώους που δεν υποψιάζονταν ότι πάνε σε μια εκδήλωση μετά την οποία τίποτα πια δεν θα είναι όπως πριν. Μιά εκδήλωση που έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα βαθειά ρήγματα και τις διαφοροποιήσεις στις ιδέες και στις πρακτικές του κινήματος και του λαού γενικότερα ,οι οποίες σιγοβράζαν κάτω από την φαινομενικά ακίνητη επιφάνεια και εμείς τις βλέπαμε χωρίς να θέλουμε να τις δούμε, τις κουκουλώναμε και τις προσπερνούσαμε ακριβώς για να μην φτάσουμε στο απόλυτο ρήγμα. Μετά απ’ αυτό το συλλαλητήριο κάτι τέτοιο είναι αδύνατον πια, το ρήγμα έφτασε στην επιφάνεια και έφερε σεισμό. Οι βιαιότατες επιθέσεις, το απίστευτο βρίσιμο και οι χυδαιότητες που εκτοξεύτηκαν με στόχο την εκ των υστέρων ακύρωση του Συλλαλητηρίου κάνουν πια τη συνύπαρξη αδύνατη, ακόμα και στο φεις μπουκ. Πιστεύω ότι δεν θα περάσει πολύς καιρός και θα έχουμε διαγράψει ή θα μας διαγράψουν οι μισοί φίλοι μας. Ο νέος Εμφύλιος έχει ήδη κηρυχτεί. Και αν ο κόσμος που κατέβηκε στο Συλλαλητήριο- καθόλου ιδανικός σίγουρα για πολλές αιτίες-δεν βρέθηκε αυτή τη φορά πρώτος στο στόχαστρο όπως συνέβηκε στη Θεσσαλονίκη, ήταν γιατί μπήκε μπροστά του ο Θεοδωράκης και σήκωσε αυτός το βάρος των επιθέσεων για να δόσει νέο νόημα στην ξεχασμένη φράση  «ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου».

Τον είδα λοιπόν αυτόν τον  κόσμο τον αθώο για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν και ένοιωσα τον παλμό του μόλις μπήκα στο βαγόνι για να πάω στο Σύνταγμα. Κρατούσε σημαίες ή τις φορούσε, τα κεφάλια δεν τα είχε κάτω, το βλέμμα έδειχνε αποφασιστικότητα και δύναμη, το ύφος ότι κάτι σημαντικό πήγαιναν να κάνουν. Κι αν διέκριναν κάπου έναν γνωστό, άνοιγε ένα διάπλατο χαμόγελο. –Πάτε κι εσείς, ε; Κι εμείς εκεί πάμε. –Δεν θα έχετε σημαία; --Θα έχουμε, και βέβαια θα έχουμε θα την πάρουμε από εκεί. – Ε, δεν γίνεται πια, πάνε να μας διαλύσουν, αν δόσουμε το όνομα θα ζητήσουν ολόκληρη τη Μακεδονία και μετά τη Θράκη, τα νησιά, πρέπει να τούς κοπεί η φόρα –Θα τους την κόψουμε, δεν θα αφήσουμε να πάρουν τίποτα . Ένα δείγμα διαλόγων μέσα από τα βαγόνια, αντικατοπτρισμός της συνείδησης αλλά και των συναισθημάτων που κυριαρχούσαν. Διεκδίκηση της Πατρίδας και τις Ιστορίας που πάνε να μας πάρουν, αυτή ήταν η συνείδηση. Ακούστηκαν και κάποια αντικυβερνητικά αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ήταν τα κυρίαρχα όπως τον καιρό της Πλατείας όπου ο ίδιος κόσμος κατέβηκε κρατώντας κι εκεί τις ίδιες σημαίες. Ο κόσμος αυτός που κάποτε λεγόταν «λαός» αλλά τώρα θεωρείται πια «λαουτζίκος», ανάξιος να έχει αυτές τις τόσο «υψηλού επιπέδου πρωτοπορίες» που τον βρίζουν συνέχεια όπου πάνε και όπου σταθούν, στα κείμενα, στους λόγους τους και στο φέις μπουκ γιατί αρνείται επίμονα να τις ακολουθήσει στα μονοπάτια που τον τραβούν για να βρεθεί στις αγκαλιές του Σόρος και των λοιπών παγκοσμιοποιητικών επιτελείων  ελέγχου των συνειδήσεων    (Ευτυχώς που εδώ υπάρχουν αυτές οι φατσούλες που δεν τις είχε ο Μίκης Θοδωράκης και έτσι μπορώ να ελπίζω ότι αυτό το «υψηλού επιπέδου πρωτοπορίες» που είπα δεν θα παρθεί στην κυριολεξία ). Μειονέκτημα βέβαια ότι δεν είχε άμεσα στο νου του ο κόσμος αυτός ότι την πατρίδα μπορείς να τη χάσεις με πολλούς τρόπους γιατί τις ύπουλες μεθόδους της παγκοσμιοποίησης δεν τις έχει καλά εντοπίσει, κάτι που θα είχε συμβεί όμως αν  οι «πρωτοπορίες» είχαν καταλάβει οι ίδιες τι συμβαίνει και τον είχαν πλησιάσει για να μιλήσουν μαζί του. Μειονέκτημα και οι κάποιες θολές, απορριπτέες ή και απλοϊκές ιδέες αλλά ίσως να ήταν αυτές που κρατούσαν τόσο ψηλά τον ενθουσιασμό
Στον σταθμό που κατέβηκα ο κόσμος ήταν ένα πλήθος, τα συναισθήματα πιο έντονα, οι σημαίες πουλιόνταν σαν τα στραγάλια. ο κόσμος χαμογελούσε πλατειά: «Είμαστε πολλοί». Οι σημαίες είχαν αρχίσει κιόλας να κυματίζουν, μια θάλασσα από σημαίες. Ήταν το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε βαθειά και έμεινα να το παρατηρώ με περιέργεια: η σχέση των ανθρώπων αυτών με την σημαία. Την κρατούσαν γερά τη σήκωναν και την κουνούσαν ανεβαίνοντας προς την Πλατεία, σα να μην ένοιωθαν την παραμικρή κούραση να το κάνουν αυτό και ήθελε αρκετή ώρα για να αρχίσει το Συλλαλητήριο. Σαν κάτι που είχε λείψει απ’ αυτούς τους ανθρώπους το κράτημα της σημαίας, της σημαίας που την σκίζαν και την καίγαν οι «συνήθεις διαδηλωτές», που εκδηλώναν όλη την περιφρόνησή τους οι νέου τύπου καθηγητές,  διανοούμενοι και πάσης φύσης αναθεωρητές της Ιστορίας με τον τρόπο που έχουν υποδείξει οι Μ.Κ.Ο. της Παγκοσμιοποίησης, με τη γελοιοποίησή της στις παρελάσεις  καθώς και με τα εμπρηστικά τους κείμενα τα θεωρούμενα «διεθνιστικά» οι «πρωτοπορείες» του κινήματος ειδικά αυτές με τις κουκούλες. Η πλατεία στο Σύνταγμα ήταν πια μια αποθέωση της σημαίας. Ένας απέραντος κόσμος,- δεν ξέρω πόσος ακριβώς, πιστεύω περισσότερο τις εκτιμήσεις των ξένων που λένε ότι πλησίαζε το εκατομμύριο αλλά για μας ήταν απλά ένας κόσμος που γέμιζε την Πλατεία και όλους τους δρόμους που επικοινωνούσαν μ΄αυτήν, με τη μεγάλη πλειοψηφία να κρατά σημαίες υψωμένες και να μη λέει να τις κατεβάσει, σημαίες μεγάλες και σημαίες μικρές, είδα και οικογένειες που είχε τη δική του σημαία το κάθε άτομο, άλλα άτομα τυλιγμένα με σημαίες ολόκληρα, μπαλόνια και άλλα αντικείμενα με τη σημαία που πήγαινε να γίνει απαγορευμένο είδος και εκείνη τη στιγμή ξεδιπλώθηκε και ανέμισε με όλη της την ορμή στα χέρια ανθρώπων που την κρατούσαν με αγάπη, με λατρεία θα έλεγα. Και ήταν άτομα όλων των ειδών και όλων των ηλικιών με μεγάλο ποσοστό νεολαίας που είμαι σίγουρη ότι δεν θα έβγαιναν από το σπίτι τους αν δεν είχαν νοιώσει να τους καλεί κάτι που δεν κατάλαβαν όλοι αυτοί οι οποίοι νόμισαν ότι θα κινητοποιήσουν  τον κόσμο με τα κοσμοπολίτικα του Σόρος. Και μια γιγάντια σημαία να κυματίζει πάνω από όλον τον κόσμο και να δυναμώνει τον παλμό. Κορυφαία και μια άλλη στιγμή: όταν σηκώθηκε στην Όθωνος μια τεράστια σημαία ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ. Κανείς δεν ρώτησε ποιος την σήκωσε αυτήν την σημαία- πανό. Ενθουσιασμός, χειροκροτήματα, ένας άντρας μεσήλικας ξέσπασε σε κλάματα και όπως τον άκουσα να λέει μετά, όχι δεν ήταν Κύπριος αλλά συγκινήθηκε. Έτσι απλά, συγκινήθηκε είπε και μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα αυτό φάνηκε φυσικό. Τελικά, το συλλαλητήριο  ήταν για μένα πάνω απ’ όλα Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ. Ήταν το σύμβολο που παραμερίστηκε, ποδοπατήθηκε, σχεδόν απαγορεύτηκε και μάλιστα το δικό μας σύμβολο γιατί στον δρόμο που πηγαίναμε λίγο μακρυά είμαστε από το να δούμε τον Φούχτελ να ξαναστήνει τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη  και να μην βρίσκεται πια κανείς να την κατεβάσει.
Στο τέλος του συλλαλητηρίου βρήκα κάποια θέση σ’ ένα μαγαζί και κάθησα να παρακολουθώ τον κόσμο που κατέβαινε προς το σταθμό. Ήταν ατέλειωτος. Κρατούσε ακόμα τις σημαίες, δεν τις είχε διπλώσει κι αυτοί που τις είχαν φορέσει δεν τις βγάλαν. Μερικοί μπαίναν μέσα στα φαγάδικα κρατώντας ακόμα τη σημαία. Στα βαγόνια οι συζητήσεις είχαν ανάψει πολύ πιο ζωηρές τώρα, ο κόσμος ήταν πολύ ευχαριστημένος, ότι και νάχε να πει κανείς για την οργάνωση του συλλαλητηρίου και για όσα είχαν γίνει ενδιάμεσα ο κόσμος ένοιωθε διακαιωμένος και γελούσε από ευχαρίστηση. Η αποφασιστικότητα είχε χτυπήσει κόκκινο, το ηθικό είχε ανέβει: : «Δεν θα το πάρουν το όνομα, δεν θα πάρουν την Ιστορία μας» η φράση που άκουγες σε διάφορες παραλλαγές. Για τον κόσμο το συλλαλητήριο ήταν πετυχημένο, μέτρησε τις δυνάμεις του και αναπτερώθηκε. Και δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο αλλά στο βαγόνι μου είχαν ανάψει και αντικυβερνητικές συζητήσεις. Ακόμα και στον μακρυνό σταθμό που κατέβηκα οι σημαίες δεν έλεγαν να διπλωθούν.
Μια και είπα αυτά θα επανέλθω για όσα έγιναν στο ενδιάμεσο, για την οργάνωση και τα συνθήματα, για το τι ζητούσε πραγματικά ο κόσμος σ’ αυτό το συλλαλητήριο, για τη Χρυσή Αυγή και τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ξέρετε όμως κάτι; Μού φάνηκε κάποια στιγμή ότι είδα τον Αλέξανδρο πάνω στο άλογό του   (φατσούλα έβαλα , εντάξει; Δεν τον είδα πραγματικά τον Αλέξαντρο αλλά ήταν σα να τον είδα). Όχι, δεν ήταν για να οδηγήσει τα πλήθη σε νέες εκστρατείες, στην αντισυγκέντρωση πήγαινε, κάτι έλεγε μάλιστα :  «Μάγκες, αν εγώ καταφέρνω ακόμα να κατεβάζω κόσμο  που εσείς και ο μέντοράς σας ο Σόρος ντυμένος σα Μαρξ ούτε στον ύπνο σας δεν είδατε ,πιθανόν να μην είναι επειδή οι πολλοί είναι λάθος αλλά επειδή εσείς κάτι δεν βλέπετε από την κατάσταση που υπάρχει. Μήπως να το ψάχνατε λίγο;»









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου