ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ

ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΩ

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΜΑΗΣ...



Πριν φύγει ετούτος ο μάης ήρθε και με βρήκε ο άλλος ο παλιός,ξαφνικά και απροειδοποίητα. Δεν τον περίμενα,δεν τον είχα καλέσει.Δεν χάρηκα,ούτε τον καλωσόρισα.Έχω λάβει τα μέτρα μου να βρίσκουν την πόρτα μου ερμητικά κλειστή τέτοιες επισκέψεις από το παρελθόν.Αλλά φαίνεται με τη στενοχώρια τών εκλογών χαλάρωσε η επαγρύπνησή μου,κάποια χαραμάδα θα βρήκε και πέρασε.
Ποιός μάης και για ποιό πράγμα μιλάω;Ναι βέβαια,δίκιο έχετε να μην ξέρετε.Περάσανε τόσα χρόνια και τόσοι μάηδες από τότε.Ήρθαν άλλες γενιές πού δεν ξέρουν και χρειάζονται εξηγήσεις.Γιατί εμείς πού ζήσαμε εκείνη την εποχή,έστω και πολύ ξώφαλτσα στην Ελλάδα τής δικτατορίας,ξέρουμε τι εννοούμε.Αν μιλάμε γενικά για τον πέμπτο μήνα τού χρόνου,για κάποιον Μάη,τον προσδιορίζουμε,δε λέμε ποτέ Ο ΜΑΗΣ.Για μάς Ο ΜΑΗΣ ήταν μονάχα εκείνος,ο Μάης τού 68, ο ένας και μοναδικός.Πού δεν ήταν ένας μήνας αλλά μιά ολόκληρη εποχή η οποία είχε αρχίσει αρκετά πριν το 68 και αρκετά μετά σβήσαν οι τελευταίες αναλαμπές της.Μιά εποχή όχι μόνο διαφορετική αλλά θα έλεγα στον αντίποδα αυτής πού ζούμε σήμερα.


Κατάλαβα αμέσως ότι είχε μπει στο δωμάτιο.Φύσηξε ένας άλλος αέρας.Αυτή την πνοή θα την αναγνώριζα ανάμεσα σε χίλιες άλλες κι ας ερχόταν από κάποιο βάθος χρόνου πολύ μακρινό και ξεχασμένο.Το δωμάτιο πλημμύρισε από τις μυρωδιές μιάς εξεγερμένης άνοιξης.έγινε μιά πόλη όπου η επανάσταση περπατούσε στούς δρόμους και ένα πλήθος από νεαρά παιδιά έψαχναν να την συναντήσουν με τη βεβαιότητα ότι κάπου κοντά είναι και θα τη βρουν σίγουρα.Γέμισε με οργισμένες φωνές και τραγούδια και μιά θάλασσα από συναισθήματα έντονα, δυναμικά, αισιόδοξα,από μιά βεβαιότητα ότι θα την αλλάξουμε τη ζωή,θα τον αλλάξουμε τον κόσμο και από τον παλιό δεν θα μείνει τίποτα όρθιο.Σίγουρα είχα βρεθεί σε άλλη εποχή και δε μ'άρεσε αυτό.Αγρίεψα:
--Τι θες εσύ εδώ; είπα αφήνοντας κατά μέρος κάθε ευγένεια.Ποιός σούπε νάρθεις;Πού με ανακάλυψες;Έχουν περάσει τόσα χρόνια,δε θυμάμαι πιά τίποτα από σένα.Τι ιδέα ήταν αυτή να ξαναεμφανιστείς;Δεν υπάρχεις πιά,έχεις πεθάνει πριν από πολλά-πολλά χρόνια.Δεν είσαι ζωή,είσαι ιστορία.Ξαναμπές στο χρονοντούλαπο σε παρακαλώ.
Μού απάντησε:
--Με γνώρισες όμως,άρα δεν έχω πεθάνει.
--Τι θα πει αυτό; και τη γιαγιά μου τη γνωρίζω στη φωτογραφία,αυτό δε σημαίνει ότι ζει.Την πνοή σου γνώρισα,δε θυμάμαι τίποτα άλλο από σένα.Εξάλλου στην Ελλάδα είχαμε χούντα τότε με λογοκριμένες εφημερίδες,ούτε πού είχαμε μάθει ότι έγινες.
--Το ξέρεις καλά ότι συμβολικά λέγομαι “Μάης” πού ήταν ο μήνας τής κορύφωσης.Η εξέγερση είχε αρχίσει αρκετά πριν και αρκετά μετά σβήσαν οι τελευταίες αναλαμπές της.Θα σού θυμίσω μερικά πράγματα.Πού είναι οι αφίσσες μου;Δε βλέπω καμία.
--Ποιές αφίσσες σου;
--Αυτές πού είχες βάλει στον τοίχο σου τότε πού πέρασες κι εσύ στην εξέγερση.
--Ας προσπαθήσω να θυμηθώ.Είχα βάλει τον Μαρξ,τον Λένιν και τον Βελουχιώτη,αφίσσες σε κόκκινο φόντο αγορασμένες από ένα ειδικό μαγαζί,τις θυμάμαι.
--Αυτές τις είχες βάλει αργότερα,μετά το Πολυτεχνείο,ίσως και στη Μεταπολίτευση.Παρόλο ότι υπήρχα ακόμη τότε,είχα περάσει στο παρασκήνιο,η δικιά μου εξέγερση ήταν πιό πριν.Δεν κράτησα μόνο ένα μήνα αλλά στην Ελλάδα αποσύρθηκα τον καιρό τού Πουτεχνείου.Υπήρξε δικιά μου εξέγερση με τα δικά μου χαρακτηριστικά,κι ας μην ξέρατε καν ότι έγινα στη Γαλλία και σε άλλες χώρες.Ναι, υπήρξα και μέσα στη Χούντα πριν αρχίσει να σάς κυνηγάει η αστυνομία και να σάς σπρώξει σε πιό παραδοσιακούς δρόμους.Η αστυνομία άργησε λίγο να σάς εντοπίσει εσάς πού δεν είσαστε από σταμπαρισμένες οικογένειες και έτσι σάς έδοσε την ευκαιρία να με γνωρίσετε.Τις αφίσσες μου εννοώ τις πρώτες πολιτικές, αυτές πού έβαλες στον τοίχο σου τότε πού κατέβασες τον Πήτερ Ο' Τουλ και τον Ομάρ Σαρίφ.
--Ω,τι μού θύμησες,τον Τσε Γκεβάρα είχα βάλει.Και είχα κολλήσει χαρτόνια πού έγραφα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ σε διάφορες γλώσσες.Τα κατέβασα όλα αυτά,δεν έχω αφίσσες πιά,στο εφηβικό μου δωμάτιο νομίζεις ότι είμαι ακόμα;
--Και τα βιβλία μου,πού είναι τα βιβλία μου;
--Τα μάζεψα,δεν είχα χώρο,ούτε αυτά τα διαβάζω πιά.Να,σ'εκείνο το σεντούκι τα έβαλα, κόλλησα και ταινία από πάνω: “ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ-ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ
--Στο Μαρξισμό-Λενινισμό έβαλες τα βιβλία μου;
--Τι μού είχες πει να διαβάζω,δε θυμάμαι.
--Εγώ δεν σού είχα πει τι να διαβάσεις,να ψάξεις σού είχα πει.Είχα και μαρξισμό βέβαια στη Γαλλία,κύρια από τα νεανικά έργα τού Μαρξ.Στην Αμερική δεν είχα σχεδόν καθόλου.Είχα όμως και δικά μου βιβλία,βιβλία πού με προετοίμασαν,με ιδιαίτερα πρωτότυπες απόψεις.τι επανάσταση θα ήμουνα αν δεν είχα γεννήσει δικές μου ιδέες;
--Ποιά εννοείς δικά σου βιβλία;Γκύ ντεμπόρ :”Η κοινωνία τού θεάματος”,Ραούλ Βάνεγκεμ “Η επανάσταση τής καθημερινής ζωής” και κάποια άλλα αυτής τής κλάσης;
--Είδες πού άρχισες να θυμάσαι;
--Αυτά να σού πω τα είχα πάρει,τα διαβάζαν και κάποιοι από την παρέα αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν είχα καταλάβει σχεδόν τίποτα.Αργότερα άρχισα να διαβάζω.Εσένα δεν σε είχα μάθει από βιβλία.
Από τα συνθήματά μου θυμάσαι κανένα;Τα είχες γράψει κάποτε σε ένα τετράδιο.
--Α,αυτό πολύ αργότερα,τα έγραψα σε μιά έκθεση στο Παρίσι.Εσύ είχες φύγει πιά,είχες γίνει μουσειακό είδος.Τη θυμάμαι την έκθεση αυτή,θυμάμαι και την έκπληξή μου.Με γοήτευσαν τα συνθήματα αλλά παρόλο πού τα ανακάλυπτα για πρώτη φορά ήταν σα να είχα ζήσει μ'αυτά.Εκφράζαν τις ιδέες πού είχαμε τότε κι ας μην τις διατυπώναμε ακριβώς έτσι.Είχαν μιά ποίηση και μιά ομορφιά.
Σταμάτησα,είχα παρασυρθεί και τού είχα δόσει πολύ θάρρος.
--Έτσι είναι,μού είπε.Στην εποχή τής εξέγερσης ζούσατε με τα συνθήματά μου είτε τα ξέρατε είτε όχι.Θυμάσαι κανένα;
--Όχι τού είπα για να κόψω την οικειότητα.Θυμάμαι μόνο ένα-αυτό δεν μπορούσα να τού το κρύψω-ένα πού είχε βρει ένας από την παρέα,καιρό μετά,ξεχασμένο σ'έναν απόμερο δρόμο τού Παρισιού.Μάς το είχε πει και μάς είχε ενθουσιάσει: “η επανάσταση θα είναι μιά γιορτή ή δεν θα υπάρχει”.
--Αυτό ταίριαζε με όλο το κλίμα απενοχοποίησης τής χαράς και τής απόλαυσης πού είχα δημιουργήσει.Άλλα συνθήματα δεν θυμάσαι;
--Όχι τώρα πιά (ένα σωρό συνθήματα είχαν εισβάλει βίαια στη μνήμη μου αλλά ήθελα να κόψω την κουβέντα).
Εκείνος όμως επιμένει
--Να σού θυμίσω εγώ :Βάλτε την φαντασία στην εξουσία. Εγώ αυτό σάς έλεγα.πού να φανταζόμουνα τι εξουσίες θα εύρισκα άμα σκεπτόμουνα να ξαναγυρίσω.
Η ζωή θα είναι μιά συνέλευση πού δεν θα τελειώνει ποτέ. Όταν σάς είδα στην Πλατεία σκέφτηκα για μιά στιγμή ότι μπορεί και να υλοποιήσετε αυτό το παλιό μου σύνθημα.
Το μόνο κόκκινο Πανεπιστήμιο είναι αυτό πού καίγεται.Δεν μπορεί να μην το ήξερες αυτό,σύμφωνα μ'αυτό πορεύτηκες και αρνήθηκες την οργανωμένη γνώση.Ίσως όμως δεν ξέρεις την ιστορία του.Αυτή ήταν η απάντηση τών εξεγερμένων φοιτητών στην πρόταση πού είχε διατυπωθεί να δημιουργηθεί ένα “κόκκινο πανεπιστήμιο” όπου θα μαζευτούν όλοι οι αριστεροί καθηγητές για να το κάνουν πόλο αμφισβήτησης τής συστημικής γνώσης.Τελικά οι καθηγητές υλοποίησαν μόνοι τους αυτό το σχέδιο παρόλη την φοιτητική δυσπιστία.Μην το πεις πουθενά όμως αυτό το σύνθημα γιατί σήμερα,αν αρέσει,μπορεί να πάνε να κάψουν τα θρανία και τα ντουβάρια.Το δικό μου σύνθημα όμως ήταν συμβολικό και αναφερόταν στο περιεχόμενο τής γνώσης.
Κάτω η κοινωνία τής κατανάλωσης
Όσο περισσότερο καταναλώνεις τόσο λιγότερο ζεις.Και διάφορα άλλα σχετικά με την καταναλωτική κοινωνία.Μ'αυτά δεν χρειάζεται να ασχοληθείς,έχουν φροντίσει οι Τράπεζες να μην έχετε πιά ούτε να φάτε.
Κάτω από τα βότσαλα είναι η παραλία.Αυτό είναι πολύ γαλλικό.Η παραλία για τούς παριζιάνους είναι ένας μαγικός τόπος και το σύνθημα σημαίνει ότι αν ψάξεις μπορεί να τον βρεις.
--Κατά περίεργο τρόπο κι εμείς από τότε πού αρχίσαμε να κινούμαστε στούς δικούς σου τούς ρυθμούς σαν κάτι να ψάχναμε και γυρνούσαμε την πόλη απ' άκρη σ'άκρη.Την Επανάσταση μάλλον ψάχναμε,έτσι το νοιώθαμε,κάπου ήταν και θα την συναντούσαμε.
--Είδες πού αρχίζεις να θυμάσαι;Και το άλλο το αγαπημένο σου το θυμάσαι; Να είμαστε ρεαλιστές να ζητάμε το αδύνατον.
--Ναι το θυμάμαι.Νομίζω ότι καμιά από τις προηγούμενες επαναστάσεις δεν είχε τέτοια ποίηση και ομορφιά.Ήσουνα η δικιά μου επανάσταση και παρόλο πού σήμερα μού προκαλείς θλίψη,ήσουνα μιά μαγική περίοδος τής ζωής μας πολύ σύντομη δυστυχώς γιατί η Χούντα μάς έσπρωξε γρήγορα σε άλλες πρακτικές και προβληματισμούς όπου το ονειρικό δεν είχε καμιά θέση.
--Είπες Χούντα,ήταν τότε πού τέλειωσα για σάς εδώ.Θυμάσαι πότε άρχισα;
Είχα παρασυρθεί και απαντούσα.
--Η αρχή...η αρχή για μένα δηλαδή πρέπει να ήταν εκείνο το πάρτυ πού έφυγα.Θυμάμαι ένα τραπεζι με φυστίκια και βερμούτ.Μισόσβηστα φώτα και ένα πικ-άπ όπου τα μπλουζ εναλλάσσοναν με τα σέικ και τα ροκ εντ ρολ.Μιά σειρά από καρέκλες και εμείς τα κορίτσια καθισμένα στη σειρά,με ψηλά τακούνια για να φαινόμαστε μεγάλες,με μαλλί στο κομμωτήριο πατικωμένο από τη λακ και τα αγόρια έφηβοι με κουστούμι και γραβάτα,τσουλούφια αλά Έλβις Πρίσλεϋ λαδωμένα από το μπρηλ-κρημ (πού το θυμήθηκα τώρα αυτό το μπρηλ-κρημ;) ερχόντουσαν με επίσημο ύφος:--Χορεύετε δεσποινίς;
Η Χούντα είχε μείνει έξω απ'αυτό το σπίτι γιατί κανείς βέβαια από εκεί δεν την ενοχλούσε.Αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο ήρεμα όσο φαινόντουσαν.Κάποια παιδιά από την παρέα είχαν ξεκόψει,είχαν ντυθεί αλλοιώτικα και βγάζαν οργισμένα κηρύγματα ενάντια σ'αυτά τα σπίτια,τις διασκεδάσεις τους,τον τρόπο ζωής τους,τις ιδέες τους.Μάς παρακινούσαν να πάμε μαζί τους.Σ'εκείνο το πάρτυ ήρθε η στιγμή τής απόφασης.Κάτι ψιθυρίσαμε μεταξύ μας και συμφωνήσαμε.Οι “άλλοι”,οι αλλόκοτοι,θα ήταν σε μιά μπουάτ,φωλιά τής νέας κατάστασης.θα πηγαίναμε να τούς βρούμε.Θυμάμαι πού άφησα αποφασιστικά το ποτήρι με μισοτελειωμένο το βερμούτ,πού είπα άγρια: “όχι δεν χορεύω” στον κουστουμαρισμένο αφήνοντάς τον άναυδο από την αγένεια (δεν επέτρεπε τέτοια το πρωτόκολλο τών πάρτυ) και σηκώθηκα τρέχοντας να φύγω.Το πικ-απ έπαιζε ένα μακρόσυρτο μπλουζ:”The house of the rising sun” πού το άκουγα κατεβαίνοντας τις σκάλες και μού φαινόταν σα να με φώναζε να γυρίσω πίσω.Αλλά εγώ ήξερα ότι δεν θα γύριζα,περπατούσα κιόλας σε άλλους δρόμους
Αυτή ήταν η αρχή.Η φάση αυτή τέλειωσε οριστικά όπως είπες με το Πολυτεχνείο.Αλλά και πριν,όταν άρχισε ο ξεσηκωμός στα Πανεπιστήμια,σφίξαν τα πράγματα,η χούντα με την οποία δεν είχαμε πολύ ασχοληθεί άρχισε αυτή να σχολείται με μάς,κάποια παιδιά από την παρέα μπηκαν στο στόχαστρο,η Χούντα μάς πλησίαζε όλους και μάς ανάγκασε να γυρίσουμε τον προβληματισμό από την ολική επανάσταση στην ανατροπή τής Χούντας.Εκεί άρχισες και συ να τελειώνεις.
--Ας ξαναγυρίσουμε στα προηγούμενα.
Φεύγοντας από κείνο το πάρτυ περπατούσες είπες κιόλας σε άλλους δρόμους.Για θυμίσου τι έγινε μετά.
--Μετά...μετά ήταν εκείνη η μπουάτ πού πήγα αποφασιστικά με τα τακούνια και το κρεπαρισμένο μαλλί.Αισθάνθηκα αμέσως γελοία.Εμείς πού φύγαμε γίναμε αμέσως σαν τούς άλλους (-ες ),ενσωματωθήκαμε στις παρέες τής αμφισβήτησης.Μιά λέξη πού θα μπορούσα να πω για κείνη τη φάση είναι η “περιπλάνηση” και η “αναζήτηση” επισης.Μιά απεγνωσμένη περιπλάνηση στο χώρο τής πόλης και στις ιδέες.Αυτό πού ψάχναμε σύντομα το είπαμε “επανάσταση”.Την εννοούσαμε σα μιά ολική ανατροπή τών συστημάτων,τών ιδεών,τής οργάνωσης,τής ζωής αυτής τής κοινωνίας.Με τη Χούντα δεν είχαμε ασχοληθεί πολύ,είμαστε βέβαια ενάντια αλλά μάς φαινόταν πολύ λίγο να θέλουμε να ρίξουμε απλά μιά Χούντα,εμείς θέλαμε ολόκληρον τον κόσμο να τον κάνουμε άνω-κάτω.Κάποιοι διάβαζαν βιβλία αλλά εγώ και τα περισσότερα παιδιά δεν τα καταλαβαίναμε τα βιβλία που κυκλοφορούσαν τότε,η αναζήτηση ήταν βασικά εμπειρική.Μέσα από παθιασμένες συζητήσεις όπου η φαντασία είχε μπει να δουλεύει στο φουλ ξαναχτίζαμε τον κόσμο από την αρχή:την εργασία,την κοινωνική οργάνωση, την πόλη,τα σχολεία,τα σπίτια,τα στέκια,τις σχέσεις,τις φιλίες,την τέχνη,όλα θέλαμε να αλλάξουν. Οι συζητήσεις για την τέχνη ήταν πολύ συχνές.Πηγαίναμε σε προβολές ανατρεπτικών ταινιών αρκετά “κουλτουριάρικων” ώστε να ξεφύγουν τη λογοκρισία, συμμετείχαμε σε συζητήσεις πού ακολουθούσαν σε ορισμένους κινηματογράφους, γιουχάραμε όπου συναντούσαμε τις βεντέτες τού παραδοσιακού κινηματογράφου προκαλώντας συχνά αυτές τις συναντήσεις γιατί θεωρούσαμε ότι έχουν μεγάλη ευθύνη στην αποβλάκωση τού κόσμου.
Και οι απεγνωσμένες περιπλανήσεις μας παντού:πήγαμε στο Χίλτον με λασπωμένα άρβυλα για να φρίξουν οι πελάτες του και καταφέραμε να μπούμε μέσα,πήγαμε στις μπουάτ,και στα υπόγεια ταβενάκια,στο κέντρο και στις πιό απόμερες συνοικίες,σε εργατικά και σε στέκια πού συχνάζαν αλλοιώτικοι άνθρωποι και όπου είχαμε κινδυνεύσει,σε παλιά λαϊκά μαγειρεία αλώβητα από τη μικροαστική παρουσία(και τα οποία μέχρι να φύγουμε τα είχαμε κάνει σαν τα μούτρα μας διώχνοντας τούς αυθεντικούς θαμώνες τους).Πήγαμε ακόμα και σε καταυλισμούς τσιγγάνων,σε κακόφημες συνοικίες και σε στέκια τού υποκόσμου,όπου μπορείς να φανταστείς και όπου φανταζόμαστε ότι δεν υπήρχαν μικροαστοί.
Είχα ξεχάσει την παρουσία του και μιλούσα.
--Συνέχισε.Θυμάσαι τα συναισθήματα πού σάς έσπρωχναν εκεί;
Ναι τα είχα θυμηθεί όλα.Ήταν μιά ανομολόγητη πεποίθηση ότι η Επανάσταση περπατάει στούς δρόμους.ότι κάπου θα την συναντήσουμε,ότι κάπου θα βρούμε τούς ανθρώπους ,τούς χώρους και τις ιδέες πού θα μάς οδηγήσουν σ'αυτήν.Ένα πραγματικά περίεργο συναίσθημα αλλά και μιά τρομακτική αισιοδοξία ότι όπου νάναι φτάνουμε.Ο γαλλικός Μάης είχε περάσει χωρίς να μάθουμε σχεδόν τίποτα γι αυτόν.Όμως αυτός κάπου βρήκε έναν τρόπο και ήρθε σε μάς.είχες γαλλικό χρώμα κύριε Μάη.Ένα παιδί απ'την παρέα είχε βρεθεί περαστικός απ'το Παρίσι όπως μού θύμισες πριν.δεν ήταν πια 68 αλλά σ'έναν απόμερο δρόμο είχε ξεμείνει ένα σύνθημα: “Η επανάσταση θα είναι μιά γιορτή ή δεν θα υπάρχει”.Μάς το μετέφερε και μάς ενθουσίασε.έγινε 'έμβλημά μας τόσο πού όταν αργότερα αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τι σημαίνει Χούντα και να υποψιαζόμαστε ότι η επανάσταση,αυτή πού έπρεπε να κάνουμε δεν θα είναι γιορτή,πέσαμε από τα σύννεφα.Σταμάτα,τον πρόλαβα.Μη μού αρχίσεις πάλι τις αναλύσεις,τότε μάς είχες κάνει να πιστέψουμε στη γιορτή,αυτό είναι όλο.
--Μιάς και είπες για Παρίσι,άλλος δεν είχε περάσει από το Παρίσι,για θυμίσου,δεν είχες περάσει κι εσύ;όχι τότε πού βρήκες και έγραψες τα συνθήματσ,τότε είχα γίνει πιά αντικείμενο μελέτης,για πιό πριν λέω.
--Πω,πω τι μού θύμισες,μάλλον πώς ήθελα να το ξεχάσω.Αυτό το περιστατικό το σκέπασε πραγματικά μιά ηθελημένη λήθη και ξέρω γιατί.Γιατί μού έβαζε δύσκολα ερωτήματα και ήθελα να αποφύγω την απάντηση.
Ήταν αρκετά μετά το μάη,μετά και το Πολυτεχνείο.Μπροστά στα άμεσα προβλήματα πού έβαζε η χούντα η αναζήτηση εκείνης τής ολικής επανάστασης είχε υποχωρήσει,χωρίς τα ίχνη της να έχουν χαθεί εντελώς.Βρέθηκα κι εγώ περαστική στο Παρίσι.Είχα ένα ραντεβού αλλά είχα χαθεί στούς δρόμους και άργησα να πάω,δεν είχα και ρολόι.Απελπισμένη κοίταζα να βρω κάποιους πού να μοιάζουν τού σιναφιού μας για να έχω το θάρρος και να ρωτήαω.Κοντά ήταν μιά γέφυρα και ο Σηκουάνας.Αμέσως τούς είδα.Ήταν μιά παρέα αγόρια και κορίτσια με χίππικα ρούχα και κάθονταν κάτω στο πεζοδρόμιο.Αργότερα κατάλαβα ότι πρέπει να ήταν κοινοβιακοί, ένα από τα πολλά ρεύματα πού είχε συνενώσει εκείνη η εξέγερση.Πλησίασα και ρώτησα:”Τι ώρα είναι;”Με κοίταξαν με περιέργεια χωρίς να απαντήσουν.”Δεν θα κατάλαβαν”, σκέφτηκα, και επανέλαβα την ερώτηση προσπαθώντας να κάνω πιό γαλλική την προφορά μου,παρόλο ότι ένοιωθα γελοία.Και πάλι δεν απάντησαν,και πάλι με κοίταξαν περίεργα.”Αυτοί δε θάναι Γάλλοι”,σκέφτηκα,”δεν μπορεί πια να είμαι τόσο ακατανόητη”.Τούς έδειξα με νοήματα τη θέση τού ρολογιού στο χέρι και τότε ένας απ'αυτούς με λυπήθηκε.και μού είπε με μιά απόλυτη σιγουριά,σα να έλεγε το πιό απλό πράγμα κι εγώ να είχα πει το πιό παράλογο:”Στα ρολόγια ψάχνεις την ώρα εσύ;γιατί δεν κοιτάς τον ήλιο;”Κεραυνοβολήθηκα.Ότι αναζητώντας την επανάσταση κανείς μπορεί και να σκοτωθεί ήταν κάτι πού το είχα σκεφτεί τότε πού είχα αρχίσει να αμφισβητώ τα περί γιορτής,ότι θα πρέπει να πετάξει το ρολόι του όμως,όχι,αυτό ήταν μιά θυσία πού μού φάνηκε ασήκωτη.και το ρολόι σκεφτόμουνα είναι παλιά εφεύρεση.Πόσο πίσω πρέπει να γυρίσουμε πιά,στις σπηλιές χωρίς ηλεκτρικό;Τούς είπα ότι με την παρέα μου ψάχναμε έναν αλλοιώτικο κόσμο,ότι τον φτιάχναμε με τη φαντασία μας αλλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσα ότι τού βάζαμε την ίδια τεχνολογία πού ξέραμε.η φαντασία μας,όσο κι αν δούλευε,δεν είχε διανοηθεί να αλλάξει κάτι πάνω σ'αυτό και δεν πίστευα ότι γίνεται.Με καλέσαν να πάω εκεί πού μέναν να δω πώς γίνεται αυτό που δεν πιστεύω.Είπα μιά δικαιολογία και έφυγα τρέχοντας.Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί.Στην αρχή είπα ότι φοβήθηκα μήπως παίρναν ναρκωτικά.Γρήγορα ομολόγησα ότι έλεγα ψέμματα στον εαυτό μου.Τίποτα τέτοιο δεν φοβήθηκα.Εκείνο πού φοβήθηκα ήταν ακριβώς το να κοιτώ τον ήλιο για την ώρα,να απαρνηθώ την τεχνολογία πού ήξερα.Και παρόλο ότι δεν αρνιόμουνα ότι μιά πραγματική΄επανάσταση θα πρέπει να χτυπήσει και εκεί δεν ένοιωθα καθόλου έτοιμη να το κάνω.
Γύρισα πίσω στην Αθήνα όπου οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες.ο κόσμος τής εξέγερσης τραβούσε πια σε παραδοσιακές κατευθύνσεις και ακολουθούσε θεωρίες τής επανάστασης πού δεν ζητούσαν καμιά επιστροφή καλλιεργούσαν αντίθετα την λατρεία τής “προόδου”.Μπήκα κι εγώ σ'αυτό το κλ'ίμα και έπαψα να αναρωτιέμαι μήπως ο παλιός κόσμος πρέπει να φύγει μαζί με την τεχνολογία του.Τώρα πιά έχω όχι μόνο τα παλιά ηλεκτρικά είδη αλλά και λάπτοπ και κινητό.Και κανέναν δισταγμό για την χρήση τους.
Ξαναθυμήθηκα την αλλόκοτη παρουσία στο δωμάτιό μου και σήκωσα το κεφάλι.Ο Μάης ήταν ακόμα εκεί και δεν ήταν αέρας πια,είχε πάρει μιά μορφή.Ταραχτήκαμε κι οι δυό,εκείνη γιατί δε με γνώρισε,εγώ γιατί την ήξερα πολύ καλά.Ήταν ένα κορίτσι με τη μαύρη ποδιά πού ειχαμε τότε για το σχολείο και ένα αστείο καπέλλο πού μού φορούσαν όταν με βάζαν να μιμηθώ μιά χουντική καθηγήτρια.Και κρατούσε στο χέρι ένα σχολικό βιβλίο γεμάτο στα περιθώρια βρισιές και ειρωνικά σχόλια για το περιεχόμενο τής εκπαίδευσης.Το ήξερα καλά αυτό το κορίτσι,νόμιζα ότι δεν υπήρχε πιά αλλά γύρισε για να μού θυμίσει ξεχασμενους καιρούς και καταστάσεις.
Αγριεψα.
--Τι θες εσύ εδώ; τής λέω.Εσύ μού κουβάλησες το Μάη;Γύρισε εκεί πού ήσουνα,δεν υπάρχεις πιά,φάντασμα είσαι,πέρασαν τόσα χρόνια από τότε.Έξω αμέσως από δω,και οι δυό δεν χωράμε σ'αυτό το δωμάτιο.
Μα εκείνη έτρεχε κιόλας σαστισμένη προς την πόρτσ.
--Συγνώμη,μού είπε,λάθος έκανα,κάπου αλλού ήθελα να πάω.Μα ποιά είσαστε εσείς κυρία μου;
Έφυγε αλλά το δωμάτιο δεν ήταν το ίδιο.Κάτω από το πάτωμα κυλούσε ο Σηκουάνας τα ταραγμένα νερά μιάς παλιάς εξέγερσης.Και από πάνω μου είχε σταθεί ένας επίμονος ήλιος.Ο ήλιος πού δεν είχα τολμήσει ποτέ να κοιτάξω...