Η βελούδινη («soft»)
γλώσσα πού απαλύνει τραγωδίες
«Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» λέει η λαϊκή παροιμία υπογραμμίζοντας ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα όργανο επικοινωνίας. Η αναφορά είναι στη δύναμη της γλώσσας να πληγώσει, να συντρίψει έναν άνθρωπο αν ειπωθούν σκληρές κουβέντες. Δεν είναι αυτό όμως το μόνο πράγμα πού μπορεί να κάνει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να γίνει και μέσο εξουσιαστικής επιβολής πάνω στους ανθρώπους. Γιατί όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν συνειδητοποιήσει τη δύναμη τής γλώσσας και δεν ξέρουν να αποφεύγουν τις παγίδες της. Έτσι, μπορούν αυτοί πού το έχουν, να χρησιμοποιούν αυτό το όπλο για να οδηγούν τους άλλους εκεί όπου θέλουν (κραυγαλέο παράδειγμα τα στελέχη της παγκοσμιοποιητικής ελίτ με τους ακολούθους τους και τα διάφορα ινστιτούτα, ιδρύματα, Μ.Κ.Ο κ.λ.π. πού ειδικεύονται στην κατασκευή συνειδήσεων κατασκευάζοντας και τις κατάλληλες γλώσσες γι αυτόν τον σκοπό) Μ’ αυτόν τον τρόπο πολύ συχνά οι εξουσίες χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να επιβάλουν υποσυνείδητα τις απόψεις και τις εντολές τους στην πλέμπα.
Με τη γλώσσα μπορούμε ακόμα και να αλλάξουμε τον κόσμο-
τουλάχιστον να τον παρουσιάσουμε σαν αλλαγμένο- γιατί το ίδιο πράγμα αν το
περιγράψουμε με διαφορετικές λέξεις μπορεί να εμφανιστεί σαν κάτι το εντελώς
διαφορετικό. Π.χ. δεν είναι το ίδιο πράγμα να ακούς : «Υπουργείο Δημόσιας
Τάξης» με την ανατριχίλα πού προκαλούν σε πολλούς ανθρώπους οι συνειρμοί για
τις πρακτικές του και άλλο: «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη». Είναι άλλο να
αρχίζει κανείς μια ομιλία κριτικής σε μία άποψη λέγοντας π.χ. «Έχει διαδοθεί
μία κατά τη γνώμη μου λαθεμένη άποψη ενάντια στην οποία υπάρχουν πολλά
επιχειρήματα…» κι άλλο το «μερικοί ηλίθιοι, ή αμόρφωτοι, ή ψεκασμένοι, ή
φασίστες ή ρατσιστές ή όλα αυτά μαζί, υποστηρίζουν ότι…» Σ΄αυτήν την περίπτωση
η γλώσσα έχει χρησιμοποιηθεί για να κάνει περιττό κάθε επιχείρημα αφού
προηγήθηκε ο χαρακτηρισμός όσων υποστηρίζουν την συγκεκριμένη άποψη σαν «ηλίθιοι,
φασίστες, ρατσιστές, ψεκασμένοι» κ.λ.π. Οι κατασκευαστές των συνειδήσεων ξέρουν
καλά ότι ένα πλήθος από έντρομους ανθρώπους θα σπεύσουν να δηλώσουν ότι δεν
έχουν καμία σχέση μ’ αυτούς πού χαρακτηρίστηκαν έτσι όπως δεν έχουν σχέση και
με τις απόψεις τους. Είναι η χρήση της γλώσσας πού κάνουν πολύ συχνά οι
εξουσίες για να επιβάλουν τις απόψεις και τις εντολές τους στο πόπολο. Είναι η
γλώσσα πού έχουν λατρέψει οι παγκοσμιοποιητικοί μηχανισμοί και ιδιαίτερα τα
ιδρύματα του Σόρος γιατί προσφέρεται πολύ για χειραγώγηση. Κυκλοφορεί σε
διάφορες παραλλαγές. Μία απ΄αυτές είχε προαναγγείλει κιόλας εντελώς προφητικά στο γνωστό βιβλίο του «1984» ο Τζωρτζ Όργουελ
όπου είχε μιλήσει για τη συρρίκνωση της γλώσσας σε μερικές συνθηματικές λέξεις
με προτεραιότητα στην απαλοιφή των σκληρών, αυτών πού παραπέμπουν σε
«ιδεολογίες μίσους». Και επειδή το μίσος πού έχει πολιτικές διαστάσεις συνήθως
στρέφεται προς τους ισχυρούς και τις εξουσίες (τουλάχιστον μέχρι τώρα, πριν
ανακαλύψει την αυτοενοχοποίηση την οποία με επιμονή και με γενναίες χορηγίες
προωθούν τα ίδια κέντρα πού προκαλιούν το μίσος (αλλά αυτό είναι ολόκληρο θέμα
στο οποίο θα επανέλθω άλλη φορά), οι ήπιες λέξεις έρχονται να αντικαταστήσουν
οποιαδήποτε σκληρή έκφραση, αθωώνοντας έτσι τους κάθε είδους καταπιεστές, εισβολείς,
δυνάστες και πολύ συχνά, επιχειρώντας να σβήσουν τις μνήμες πού εμποδίζουν μια τέτοια αθώωση .
Πολλές λέξεις γίναν απαγορευμένες για να προσαρμοστούν σ’ αυτήν τη λογική κι
ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι η λέξη «εισβολή» η οποία κακοχαρακτηρίζει
συνήθως την συμπαθή στις κάθε είδους εξουσίες
κατηγορία των εισβολέων (εκτός βέβαια αν δεν είναι από την δικιά μας
μπάντα οπότε το βρίσιμο είναι ελεύθερο). Έτσι, δεν έγινε καμιά εισβολή στην
Κρήτη το 41 μας λέει ο γερμανός καθηγητής Χεντς Ρίχτερ αλλά γινόταν πόλεμος
όπου οι Κρητικοί δεν φέρθηκαν καθόλου καλά στους αλεξιπτωτιστές και δεν
τηρούσαν το δίκαιο του πολέμου (κι έτσι προκάλεσαν τους γερμανούς αξιωματικούς
να παρεκτραπούν κι αυτοί λίγο). Όσο για την Κύπρο, εκεί πια τυπώθηκε ολόκληρο
λεξικό , «Γλωσσάρι» το είπαν, όπου καλούνται οι εκπαιδευτικοί να απαλείψουν από
τις διδασκαλίες τους τέτοιες μοβόρικες λέξεις πού ενοχλούν τους τουρκοκύπριους.
Για να τους απαντήσει ο γνωστός για τους αγώνες του ενάντια στην τουρκική
κατοχή στην Κύπρο τουρκοκύπριος δημοσιογράφος Σενέρ Λεβέντ: «Κάποιοι αποφάσισαν
ότι εμάς δεν μας θίγει το γεγονός της εισβολής αλλά μας πειράζει η λέξη. Αρκεί
να μη λέμε εισβολή την εισβολή κι αυτή θα πάψει να υπάρχει».
Με παρόμοιο τρόπο και για να φτάσουμε στα σημερινά, με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό
δεν συμβαίνει εξαναγκασμός σε ιατρική πράξη, πα,πα,πα, κάτι τέτοιο το
κατακεραύνωσαν στη Νυρεμβέργη, το απαγόρευσαν ΟΗΕδες , χάρτες των δικαιωμάτων
του ανθρώπου και δεν συμμαζεύεται, αλλά πρόκειται για μέτρα για την προστασία
της δημόσιας υγείας κι αυτό επιβάλλεται και είναι αναγκαίο έστω κι αν
εμπεριέχει εξαναγκασμό σε ιατρική πράξη άμεσο ή κατά προτίμηση έμμεσο πού
διευκολύνει περισσότερο να λέμε ότι δεν συμβαίνει. Τελευταία έγινε και μια
εισβολή πού χαρακτηρίστηκε εισβολή κι έτσι ίσιασαν κάπως τα πράγματα με τις
λέξεις γιατί ο εισβολέας δεν ήταν απ’ αυτούς πού έπρεπε να καλυφθούν, δεν ήταν
δικός μας : δεν ήταν οι ΗΠΑ πού μπήκαν στο Ιράκ ούτε η Τουρκία στη Συρία, έτσι
ξαναβρήκαμε τα λόγια πού είχαμε χάσει και θυμηθήκαμε την ξεχασμένη λέξη «εισβολή»
για την περίπτωση της Ουκρανίας.
Η γλώσσα όπως και να το κάνουμε είναι
λέξεις και οι λέξεις είναι σκέψη γι αυτό έχουν δύναμη. Γιατί η σκέψη γίνεται με
λέξεις και η σκέψη μπορεί να μεταβάλλει τη συνείδηση κι αυτή με τη σειρά της,
την συμπεριφορά των ανθρώπων. Έτσι, η γλώσσα με τον κατάλληλο χειρισμό, μπορεί
να αλλάξει την εικόνα πού έχουμε για τον κόσμο προς την κατεύθυνση πού θέλουν
οι εξουσίες μπορεί όμως και να μην τα καταφέρει αν καταλάβουμε τις παγίδες πού έχουν
στήσει με βάση τη χρησιμοποίησή της
Η
γλώσσα της εξουσίας αλά ελληνικά
Ο δικός μας πρωθυπουργός έχει μια ιδιαίτερη κλίση στη χρήση της «soft» γλώσσας για να εξωραίζει τα
κατορθώματά του και να απαλύνει την ουσία της δικτατορικής επιβολής τους. Και
την σκληρή γλώσσα βέβαια χρησιμοποιεί όπου του χρειάζεται για να «εξαερώσει»
τους επικριτές του αλλά η «soft» του χρειάζεται όλο και
περισσότερο για να βελτιώσει το «image» του πού προβάλει προς το πόπολο
αλλά περισσότερο όταν απευθύνεται στα στελέχη της παγκοσμιοποίησης προς τα
οποία έχει προσφέρει γη και ύδωρ για να τον αποδεχτούν και βραβεύσουν στους
κύκλους τους. Ξέρει ότι γι αυτό του χρειάζεται όχι μόνο να προβάλλεται σαν ο
πιο πιστός στην πράξη προωθητής της κινεζοποίησης της Ευρώπης αλλά και ότι αυτό μπορεί να το κάνει
κρύβοντας επιμελώς τον δικτατορικό χαρακτήρα της διακυβέρνησής του ενώ
ταυτόχρονα κατακεραυνώνει τον φασισμό (τον παραδοσιακό), τον ολοκληρωτισμό και
τον αυταρχισμό και υμνώντας τη δημοκρατία και τις ευρωπαϊκές αξίες.
Ακριβώς αυτούς τους δυό όρους, «Δημοκρατία» και «ευρωπαικές αξίες» τους
συναντάμε να επανέρχονται με εμμονικό τρόπο
σε όλες σχεδόν τις ομιλίες του πρωθυπουργού. Τελευταία αποτέλεσαν
κομμάτι μιάς μεγαλύτερης εκστρατείας στην οποία πρωταγωνιστούν και άλλοι
αξιωματούχοι της παγκόσμιας ελίτ πού θυμήθηκαν τις ευρωπαϊκές αξίες στην
προσπάθεια να διαφοροποιήσουν τις εισβολές κρατών και συνασπισμών του δυτικού
κόσμου απ’ αυτήν πού κάνει τώρα η Ρωσία στην Ουκρανία η αντίθεση στην οποία θα
πρέπει να επενδυθεί και με ηθικές αξίες. Ο πρωθυπουργός μας βέβαια
πρωταγωνιστεί κι εδώ (τι άριστος θα ήταν διαφορετικά) κάνοντας έμμεσα και υπόδειξη πώς
αντιμετωπίζονται άβολες καταστάσεις όπου την εισβολή δεν την έχει κάνει η
Ρωσία. Πάλι με χρήση της γλώσσας και της μαγικής δύναμης των λέξεων: Θέλω να πω ανοιχτά ότι η Τουρκία
έχει κάποια εύλογα δίκαια όταν την απασχολεί το ζήτημα της τρομοκρατίας η οποία
εκπορεύεται από κουρδικές οργανώσεις. Έχει πληρώσει βαρύ τίμημα η Τουρκία από
τέτοιες τρομοκρατικές δράσεις. Είναι κάτι το οποίο νομίζω ότι δεν έχουμε καμία
δυσκολία να το αναγνωρίσουμε. (και το 1821 κάτι δικοί μας τρομοκράτες είχαν ενοχλήσει την οθωμανική Αυτοκρατορία λέω εγώ, ούτε αυτό να το
ξεχνάμε, έτσι;)
Αυτό είναι. Ο Πούτιν έκανε
εισβολή και δεν την ονόμασε σωστά κι έχασε αμέσως τη μάχη με τη γλώσσα. Κάτι
είπε για φασίστες και βρέθηκε να είναι λάθος..Το «φασίστες» είναι ο αγαπημένος όρος του Σόρος για να
χαρακτηρίσει τους αντιρρησίες του ιδεολογήματός του της «ανοικτής κοινωνίας».
Για πιο παραδοσιακούς ενοχλητικούς ο σωστός όρος είναι «τρομοκράτες» πού
αντικατέστησε τους παλιούς «κομμουνιστές» Αυτή είναι η αμερικάνικης έμπνευσης κατάλληλη
λέξη μπροστά στην οποία όλοι δαγκώνουν την γλώσσα τους έστω κι αν έχουν να
κάνουν με το μεγαλύτερο έθνος στον κόσμο χωρίς αναγνωρισμένη πατρίδα. Τους
βαπτίζεις τρομοκράτες και η εισβολή στα εδάφη τους παύει να είναι εισβολή,
γίνεται η απόλυτα αποδεκτή αντιτρομοκρατική επιχείρηση.(σημ. μ΄ αυτά πού λέω
δεν εννοώ καθόλου επιδοκιμασία της ρωσικής εισβολής, κάθε άλλο μάλιστα. Όμως
δεν μπορώ να μην σκεφτώ :για δες ποιοι μιλούν όταν διαβάζω τις δυτικές διαμαρτυρίες
) Βρε Βλαντιμίρ να ακούς καμιά φορά και τον Κυριάκο για να παίρνεις ιδέες, έχει
ταλέντο στις γλώσσες και την παγκοσμιοποιητική τη μιλάει άριστα έστω κι αν δεν
κατάφερε να συγκινήσει στο ελάχιστο τον επιθετικό γείτονα με το ξέπλυμα πού του
έκανε για τους Κούρδους (και με τη σιωπή για την Κύπρο βέβαια αλλά για την
περίπτωση αυτή γνωρίζει κι άλλη γλώσσα, τη γλώσσα της σιωπής, γλώσσα είναι και
η σιωπή και καμιά φορά κραυγάζει).
Ας κλείσουμε όμως με μερικά παραδείγματα της
βελούδινης γλώσσας πού χρησιμοποιούσε κατά κόρον ο πρωθυπουργός μας στην
εμβολιαστική έξαρση της επιδημίας- τότε πού ήταν ιδιαίτερα αγχωμένος μήπως του
μείνουν οι παρτίδες- για να καλύψει τη διολίσθηση του καθεστώτος του σε μια
ανοικτή δικτατορία.
Έτσι τον ακούσαμε να λέει: «Με την καθιέρωση του υποχρεωτικού εμβολιασμού
αρκετοί συμπολίτες μας πείστηκαν να εμβολιαστούν». Πού πήγε και την βρήκε αυτήν την
κατάλληλη λέξη! Πείστηκαν λέει. Πώς δεν είχαν σκεφτεί να μιλήσουν για πειθώ και
οι προηγούμενες χούντες για τα δικά τους συστήματα πειθούς (ξέρετε τώρα, ξύλο,
φάλαγγα, ρετσινόλαδο, εικονικές εκτελέσεις, σεξουαλικά βασανιστήρια κ.λ.π.).
Ήταν πολλοί μεν αυτοί/-ες τότε πού άντεξαν τα πάντα- ήταν βλέπετε εποχές πού οι
ιδεολογίες έδιναν δύναμη- αλλά υπήρχαν και άλλοι πού δεν άντεξαν και υπογράψαν
δηλώσεις μετανοίας ή αποκάλυψαν ποιούς έβλεπαν κ.λ.π. Δεν είχαν πειστεί,
εκβιαστεί είχαν. Ούτε οι βασανιστές τους είχαν σκεφτεί να μιλήσουν για πειθώ.
Είναι βέβαια τώρα άλλοι καιροί. Εκείνα τα βασανιστήρια αν και δεν έχουν
εκλείψει εντελώς, χρησιμοποιούνται σε σπάνιες περιπτώσεις για πολιτικούς
κρατούμενους, δεν τους χρειάζονται. Ο εκβιασμός τους χρειάζεται όμως, πώς
αλλιώς να περάσουν τα αλλοπρόσαλλα μέτρα προστασίας (υποτίθεται) από τον ιό,
αλλά οι εκβιασμοί είναι τώρα πιο ύπουλοι. Τού κόβεις του αλλουνού τη σύνταξη,
του κλείνεις το μαγαζί, του δημεύεις την περιουσία, τον απολύεις από την
δουλειά, του ρίχνεις συνέχεια πρόστιμα αυθαίρετα 5000 πρόστιμο σε μαγαζί πού με
τα νέα μέτρα μετράει στα δάκτυλα τους πελάτες 100 ευρό το μήνα σε
συνταξιούχο πού παίρνει 450 σύνταξη και
πάνω στην αύξηση του ρεύματος, τον τέλειωσες, τι την θέλεις τη φάλαγγα. Αλλά
είναι θράσος να λες αυτό το πράγμα «πειθώ». Θράσος και ντροπή. Εκβιασμός,
εξαναγκασμός, επιβολή, εξόντωση, είναι οι πραγματικές λέξεις πού μπορώ να
σκεφτώ αυτήν την στιγμή. Άκου «πείστηκαν»!!!
Ακούσαμε ακόμα (πάλι για τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς και τα πρόστιμα) τον
πρωθυπουργό να λέει: «Προτιμώ να είμαι αυστηρός τώρα, προκειμένου
να…»
Όχι καλέ μου δεν είσαι αυστηρός, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ είσαι. Δεν υπάρχει άλλος χαρακτηρισμός για την
πράξη της εξόντωσης πολιτών από την ίδια την κυβέρνησή τους και από έναν
πρωθυπουργό πού ενδιαφέρεται μόνο να πάρει καλούς βαθμούς υπακοής στις
εξετάσεις από τους διδασκάλους του. Βέβαια δεν είναι ο μόνος από τους δυτικούς
ηγέτες πού εφαρμόζει τέτοιες μεθόδους και μιλάει αυτήν την γλώσσα αλλά κάνει
ότι μπορεί για να τους ξεπεράσει όλους.
Αυτά είναι μερικά δείγματα εφαρμογής στις μέρες μας της προφητείας του Τζορτζ
Όργουελ για το πώς οι ηγεσίες καταστρέφουν τις λέξεις για να καταστρέψουν τη
γλώσσα και τελικά για να καταστρέψουν τη σκέψη, την ενοχλητική αυτή λειτουργία
των υπηκόων τους. Πολύ φοβάμαι ότι η καταστροφή είναι ήδη προχωρημένη σε μεγάλο
βαθμό αλλά κάτι μπορούμε να σώσουμε ακόμα αν συνειδητοποιήσουμε την
αναγκαιότητα ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ. Μας χρειάζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου