ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ

ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΩ

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


. Χωρίς σχόλια,χωρίς ερμηνεία.Χωρίς αναλύσεις και χωρίς απάντηση στα ερωτήματα πού προκύπτουν,κύρια αυτά πού αφορούν μιά σπασμένη συνέχεια...Και χωρίς νάναι καν επίκαιρο αφού αφορά μιά εποχή πιό παλιά απ'αυτή τού Ιούλη 74.Είναι ένα δικό μου αφιέρωμα στην Κύπρο,πολύ προσωπικό μιά και ξεπήδησε από το βάθος τής μνήμης.Και θα αφήσω τη μνήμη να μιλήσει μόνη της.
Ήταν παλιά,πολύ παλιά,σ'αυτό πού ήταν για μένα η αρχή τής ζωής,μιά αρχή χαμένη βαθειά μέσα στο χρόνο.Και είναι η πρώτη ιστορία πού θυμάμαι με υπόθεση,όλα τα άλλα από εκείνη την περίοδο είναι μόνο σκόρπιες εικόνες: μιά γειτονιά σε προάστειο τής Αθήνας με μικρά σπιτάκια πνιγμένα στο αγιόκλημα και το γιασεμί.Αλάνες πού τραντάζονταν από παιδικές φωνές κι ένα ατέλειωτο παιχνίδι.Άδειοι δρόμοι,τα αυτοκίνητα περνούσαν μόνο μακρυά στον μεγάλο δρόμο και δεν μπαίναν ποτέ στα στενά και γονείς χωρίς άγχος μήπως μάς πατήσουν.Στο σπίτι μάς φέρναν πρωί-πρωί τον πάγο για το ψυγείο και το γάλα σε μπουκάλια.Οι πόρτες πάντα ανοιχτές,κανείς δεν κλείδωνε και τα καλοκαιρινά βράδυα ύπνος στρωματσάδα στις βεράντες και στις ταράτσες. Απέναντι από το σπίτι μας ήταν ένα μπακάλικο με το μοναδικό τηλέφωνο τής γειτονιάς απ'όπου έβγαινε ο μπακάλης κάθε τόσο και φώναζε με την αγριοφωνάρα του:”Κυρά Βάσωωωω,κυρ Μήτσοοοοο,κ.λ.π., τηλέφωνοοοοοοο”
Αυτές οι εικόνες και μετά αυτό:

Ήμουνα μικρή,δεν είχα πάει ακόμα σχολείο και εκείνη τη μέρα η μάνα μου θα με πήγαινε στο γιατρό,κάτω στην Αθήνα,ολόκληρο ταξίδι με λεωφορείο.Θυμάμαι ότι ήμουνα πολύ δυστυχισμένη γιατί ο γιατρός μού έβαζε ένα κουτάλι στο στόμα για να δει τις αμυγαλές μου πού μού έφερνε αναγούλα (αυτό δεν θα το θυμόμουνα πάντως αν δεν είχαν ακολουθήσει όσα ακολούθησαν και μού έκαναν αξέχαστη εκείνη τη μέρα).Εκεί πού είχαμε κατέβει από το λεωφορείο και κατευθυνόμαστε προς το γιατρό βρεθήκαμε ξαφνικά στη μέση από ένα πλήθος πού ερχόταν από παντού φωνάζοντας διάφορα ακατανόητα για μένα και μόνο μιά λέξη σαν “κήπος”,έτσι μού είχε φανεί τότε, επαναλαμβανόταν συνέχεια.Οι άνθρωποι ήταν πολύ αγριεμένοι και η μάνα μου πού δεν ήταν καθόλου τών διαδηλώσεων τρομοκρατήθηκε και άρχισε να ουρλίάζει “Βοήθεια,έχω το παιδί,έχω το παιδί”.Τέλος πάντων,κάπως βρεθήκαμε απ'έξω και η μάνα μου αλαφιασμένη μ'έχωσε σε ένα ταξί και γυρίσαμε πίσω,εγώ καταχαρούμενη γιατί είχα γλυτώσει τον γιατρό και είχα μπει πρώτη φορά σε ταξί,το έλεγα και το ξανάλεγα να το ακούσει όλος ο κόσμος.
Αργότερα,την ίδια ή την άλλη μέρα,είδα κόσμο μαζεμένο στο μπακάλικο απέναντι.Έτρεξα κι εγώ,ήταν γνωστοί γείτονες και άγνωστοι και διώχναν τα παιδιά να πάνε σπίτια τους αλλά εγώ δεν έφευγα και στο τέλος σταμάτησαν να ασχολούνται μαζί μου.Όλοι ήταν σοβαροί, μουτρωμένοι και ανήσυχοι.Κάθε τόσο κάποιος έμπαινε στο τηλέφωνο και μετά έβγαινε και κάτι έλεγε και μαζεύονταν οι άλλοι κοντά του να ακούσουν.Αυτό συνεχιζόταν και την άλλη μέρα,ίσως και περισσότερο και μένα με το ζόρι με τραβάγαν στο σπίτι για να φάω και να κοιμηθώ.Είχα σταματήσει να παίζω και είχα κολλήσει σ'αυτό το ασυνήθιστο σκηνικό πού δεν καταλάβαινα και δεν μπορώ να πω τι με τραβούσε εκεί.Μέχρι πού κάποια στιγμή,αυτός πού μπήκε στο τηλέφωνο,βγήκε σοβαρός και φώναξε με βροντερή φωνή πού τη θυμάμαι ακόμα:”Πέθανε”.
Έγινε μιά αναστάτωση,φωνάζαν,μουρμουρίζαν,κλαίγαν.Κι εγώ,ένα παιδάκι,να γυρνάω ανάμεσά τους και να ρωτάω με επιμονή:”Τι θα πει πέθανε;” Αυτοί με σπρώχναν,κανείς δεν μού απάντησε,στο τέλος κάποιος με πήρε με το ζόρι και με πήγε σπίτι μου.Ίσως γι αυτό να έχω μείνει ακόμα με την αίσθηση ότι στο ερώτημα “τι θα πει πέθανε;”δεν έχω πάρει καμιά απάντηση.
Η μνήμη αυτή είχε σβήσει αλλά ζωντάνεψε ξαφνικά πολλά χρόνια αργότερα όταν μάς είπαν μιά μέρα στο σχολείο ότι θα μάς πάνε στο θέατρο να δούμε ένα έργο για την Κύπρο.Μιά σπίθα άναψε στο μυαλό μου,δεν άκουγα πρώτη φορά να μιλάνε για την Κύπρο αλλά πρώτη φορά είπα με βεβαιότητα:Κύπρος ήταν η λέξη, η λέξη πού φώναζε ο κόσμος εκείνη τη μέρα πού πήγαινα στο γιατρό,πριν μαζευτεί ο κόσμος στο μπακάλικο,και όλη η ιστορία ζωντάνεψε ξανά.Θέλησα να τη διευκρινήσω και ρώτησα τον πατέρα μου τι ήταν εκείνη η μνήμη πού είχα.Και μού είπε ότι θυμόταν κι εκείνος ότι είχα βρεθεί με τη μάνα μου σε μιά διαδήλωση για την Κύπρο και πόσο τρομαγμένη γύρισε.Ήταν η μέρα πού είχε ανακοινωθεί ότι οι Άγγλοι είχαν καταδικάσει σε θάνατο τούς Καραολή και Δημητρίου και είχε γίνει επίθεση στη Βρεττανική Πρεσβεία,δεν ήταν η πρώτη φορά πού συνέβαινε κάτι τέτοιο.Υπήρχαν νεκροί σ'εκείνη τη διαδήλωση,ούτε αυτό ήταν η πρώτη φορά πού συνέβαινε.Εκεί είχε τραυματιστεί ένας φοιτητής πού έμενε σε κάποιο δρόμο πιό πάνω από τον δικό μας.Ο πατέρας μου δεν τον γνώριζε τον φοιτητή,ούτε θυμόταν πιά πώς τον λέγαν,και ούτε μέναμε στην ίδια γειτονιά πού είχε στο μεταξύ γίνει αγνώριστη και είχαν ακριβήνει τα νοίκια.Το μόνο πού θυμόταν ήταν ότι ο φοιτητής πέθανε χωρίς να τον αναφέρουν οι εφημερίδες-κι αυτό το θεωρούσε πολύ άδικο ο πατέρας μου-γιατί,τότε μού είπε,στούς νεκρούς γράφαν μόνο αυτούς πού είχαν σκοτωθεί την πρώτη μέρα,αυτούς πού πέθαιναν μετά στα νοσοκομεία δεν τούς αναφέραν καθόλου.
Κάποτε πού βρέθηκα σε βιβλιοθήκη θέλησα να διευκρινήσω περισσότερο τις πληροφορίες τού πατέρα μου και έψαξα στις εφημερίδες την ημερομηνία όπου ανακοινώθηκε η θανατική καταδίκη τών Καραολή και Δημητρίου.Και βρήκα όσα μού είχε πει και για τη διαδήλωση εκείνης τής μέρας και ότι είχε τέσσερεις νεκρούς διαδηλωτές και δύο φρουρούς τής Πρεσβείας.Ο γείτονάς μου δεν ήταν σ'αυτούς,αυτοί ήταν οι νεκροί τής πρώτης μέρας,σωστά μού το είχε πει ο πατέρας μου,πουθενά δεν αναφέρθηκαν νέοι νεκροί για τις επόμενες.Η θολή μνήμη έγινε συγκεκριμένο γεγονός έστω κι αν δεν το είχα συνειδητοποιήσει τότε.
Αλλά θα σταματήσω εδώ γιατί εδώ αρχίζουν τα ερωτηματικά.Άφησα τη μνήμη να μιλήσει μόνη της ή να επιβάλει τη σιωπή της.Ίσως κάποτε επανέλθω για τη συνέχεια.


Αγαπητές φίλες και φίλοι από την Κύπρο,για σάς αυτό το κείμενο.