ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ

ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ-ΕΥΡΟ
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΩ

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ (ή, ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ)

  Στις ΟΡΘΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ θα πάμε βέβαια και σε όποια άλλα καλέσματα γίνουν για ξεσήκωμα κι αν καταφέρουμε να μαζευτούμε θα αλλάξουμε και όνομα και θα δόσουμε όποιο περιεχόμενο θέλουμε εμείς. Αλλά το βασανιστικο ερώτημα το έχουμε μέσα μας. Μπορεί να ξαναζωντανέψει το κίνημα των Πλατειών κι αν ναι με ποιες προϋποθέσεις;
   Γιατί δεν είμαστε στην ίδια θέση με τη Γαλλία Γιατί το κίνημα της Πλατείας εκεί ξεκινάει τώρα κι έχει τη φρεσκάδα,τη δυναμική και την αθωότητα ενός νεογέννητου πού κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια τον κόσμο προσπαθώντας να τον καταλάβει και να βρει τρόπο να περπατήσει μέσα σ΄αυτόν. Εμείς την περάσαμε όμως αυτή την φάση πέντε χρόνια πριν.Σε μας έχει ξαναγίνει, και η επανάληψη σ’ αυτή την περίπτωση είναι πιο δύσκολη από το ξεκίνημα γιατί ακριβώς λείπει εκείνη η πρώτη αθωότητα πού κρατούσε την ελπίδα και τον κόσμο στο χώρο.
   Τότε  ο κόσμος πού κατέβηκε μέσα σ’ εκείνο το πρωτόγνωρο κίνημα δεν ήξερε καλά ποιοι είναι δίπλα του, τι πιστεύουν και πόσο μπορούν να προχωρήσουν μαζί. Η διερεύνηση κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον και την παραμονή στο χώρο. Επίσης δεν ήξερε, αν και υποψιαζόταν ποιες διαφοροποιήσεις και σε ποια θέματα θα κάνουν δύσκολη τη συννενόηση και την κοινή πορεία. Αντίθετα, η πεποίθηση ήταν ότι, όποιες κι αν ήταν οι διαφορές, η επίθεση πού δεχόταν η χώρα και ο λαός ήταν τόσο άγρια και η ανάγκη οργάνωσης μιάς αντίστασης τόσο μεγάλη, πού τελικά όλες οι διαφορές θα παραμερίζονταν και η κοινή δράση θα γινόταν κατορθωτή.Τώρα ούτε η περιέργεια υπάρχει, γνωριζόμαστε πιά, και αυτή η γνώση έχει κάνει και την ελπίδα της ενότητας να ξεθωριάσει. Γιατί έγινε φανερό ότι δεν ήταν απλά διαφορετικές απόψεις αναμενόμενες σε οποιοδήποτε κίνημα αλλά απόψεις πού κάποιες απ΄αυτές στάθηκε αδύνατο να συνυπάρξουν σε μια κοινή προσπάθεια είτε γιατί ήταν πραγματικές είτε γιατί διογκώθηκαν με τεχνητό τρόπο.Και τα ερωτήματα βέβαια έντονα για το πώς μπορούμε να προχωρήσουμε με αυτό το δεδομένο.
   Επειδή όμως παρόλα αυτά, πρέπει να προχωρήσουμε δεν γίνεται αλλοιώς, έστω από το ένστικτο της επιβίωσης,αναγκαίο είναι να δούμε πρώτα απ΄όλα ποιες είναι αυτές οι διαφορές μέσα στο κίνημα πού κάναν μέχρι τώρα αδύνατη την ενότητα μήπως και βάλουμε κάποιες διαδικασίες για να ξεπεραστούν και έπειτα ποιοι μπορεί να είναι οι στόχοι και οι δράσεις με βάση τις οποίες θα μπορούσε να αρχίσει το κτίσιμο μιάς ενότητας σιγά-σιγά και μέσα στην πράξη. Στο κείμενο αυτό θα ασχοληθώ με το πρώτο απ’ αυτά τα ζητήματα, τις διαφορές μέσα στο κίνημα πού δεν επιτρέπουν κατά τη γνώμη μου μια αναβίωση του κινήματος των Πλατειών στον ελληνικό χώρο, έτσι όπως το ζήσαμε πριν πέντε χρόνια.
                 Ο λαός και οι «επαναστατικές πρωτοπορίες»
   Αν θέλουμε να περιγράψουμε με μια λέξη ποιοι ήταν αυτοί πού είχαν κατεβεί στις Πλατείες της Ελλάδας λίγο μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η λέξη είναι μία : ο λαός. Ο λαός πού ήθελε να εκφράσει την οργή του γι αυτά πού έβλεπε να του ετοιμάζουν τελείως ερήμην του. Απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα – εκτός βέβαια από την ταξική αφρόκρεμα- και απ’όλες τις ηλικίες. Επειδή η κρίση έπεσε σα βόμβα ξαφνικά, και ήταν εντελώς απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο, βγήκε στους δρόμους στην κατάσταση πού ήταν,δεν προλάβαινε «να αλλάξει ρούχα».Με τις συνήθειες πού είχε διαμορφώσει στο καβούκι τού ατομισμού όπου ήταν κλεισμένος τα προηγούμενα χρόνια, με τις θολωμένες ιδέες του, με τις χοντράδες πού μπορεί να έλεγε σε κάποιες περιπτώσεις ήταν ο λαός στις πραγματικές του διαστάσεις και ο οποίος σίγουρα προκαλούσε απέχθεια σ΄αυτούς πού περίμεναν να τον δουν όπως τον παρουσίαζε το «Θωρικτό Ποτέμκιν».  Παρόλες τις αδυναμίες όμως,ο λαός της Πλατείας είχε κάτι από την  περιβόητη λαϊκή σοφία  για την οποία, όχι άδικα, πολλά έχουν γραφτεί. Αυτή η σοφία ήταν πού βοήθησε να γεννηθεί το καταπληκτικό φαινόμενο των λαϊκών συνελεύσεων με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες- όσο μπόρεσαν τουλάχιστον να κρατήσουν σε κάθε πόλη, πού ήταν μια μοναδική εμπειρία για μας πού τη ζήσαμε έστω κι αν δεν κατόρθωσαν να πάνε πολύ μακριά. Ναι, ο λαός πού δεν παύουμε να του σέρνουμε τα μύρια όσα για την υποτιθέμενη αδράνειά του,είχε κατέβει στους δρόμους και είχε δημιουργήσει αυτό το μεγαλειώδες κίνημα των Πλατειών. Αλλά κάναμε ότι μπορούσαμε για να τον στείλουμε πίσω.
   Γιατί μέσα σ΄αυτό το κίνημα, σα «δούρειος ίππος» υπήρχαν και «οι άλλοι» πού θα αποκάλυπταν την πρώτη σημαντική διαφοροποίηση η οποία εκφράστηκε ανοιχτά ενώ διαρκούσε ακόμα η κατάληψη των πλατειών, βασικά στην Αθήνα απ΄όσο ξέρω,με τον χωρισμό σε πάνω και κάτω πλατεία, αλλά και στις άλλες πλατείες με κάποιο τρόπο πρέπει να εκφράστηκε. Στην πραγματικότητα, για να το πούμε απλά, μέσα στο ίδιο το κίνημα υπήρχαν αυτοί πού δεν  θέλαν αυτό το κίνημα να υπάρχει (φυσικά λίγοι το είχαν συνειδητοποιήσει αυτό και το ομολογούσαν ανοιχτά), πού το παρακολουθούσαν απλά ελπίζοντας να τελιώσει γρήγορα, πού τους ήταν αδιανόητο γενικά αυτό πού συνέβαινε και βιάζονταν να επιστρέψουν στη γνωστή καθημερινότητα όπου αυτοί θα μονοπωλούσαν ό,τι υπήρχε από αγώνα κι επειδή σίγουρα θα δέχονταν επικρίσεις ότι αυτό ήταν πολύ λίγο μπροστά στις απαιτήσεις των συνθηκών θα είχαν έτοιμη την απάντηση ότι τι άλλο να κάνουν αφού «ο λαός κοιμάται».
   Ποιοι είναι αυτοί οι «άλλοι» και οι «άλλες»;  Ξέρω ότι ο νους πάει αμέσως σ΄αυτό πού λέμε Αριστερά αλλά εγώ δεν εννοώ συνολικά αυτόν τον κόσμο γιατί κάτι τέτοιο νομίζω θα ήταν άδικο. Ήταν πολλά τα άτομα απ’ αυτό το χώρο πού είχαν δουλέψει με όλες τους τις δυνάμεις στις Πλατείες και με αυταπάρνηση για να σταθεί αυτό το κίνημα και καθόλου δεν το βλέπαν ανταγωνιστικά. Εννοώ έναν σκληρό πυρήνα πού δεν είναι μικρός δυστυχώς μέσα από την Αριστερά και τους αναρχικούς πού με τη λειτουργία του προσπαθεί σε κάθε περίπτωση να ιδιοποιηθεί το κίνημα δουλεύοντας έτσι για τη διάλυσή του.Τότε ήταν και το μεγαλύτερο μέρος του οργανωμένου ΣΥΡΙΖΑ μέσα σ’ αυτό. Το κάναν τότε στις Πλατείες πού δεν είχαν αρχικά το επάνω χέρι, κατά πόσο δε  πρέπει να περιμένουμε ότι θα το κάνουν τώρα πού το κίνημα είναι σε μεγάλη αδυναμία να ξαναστηθεί στα πόδια του και να καταφέρει να τους ξεπεράσει.
   Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων; Αγκιστρωμένοι σε θεωρίες πού γράφτηκαν πάνω από έναν αιώνα πριν και για να αντιμετωπίσουν εντελώς διαφορετικές καταστάσεις απ’ αυτές πού υπάρχουν σήμερα και τις οποίες αμφιβάλλω κιόλας πόσο τις έχουν καταλάβει, έχουν πειστεί ότι είναι κάτι διαφορετικό και ανώτερο από τις μάζες, ότι έχουν πιο προχωρημένη συνείδηση και δεν μπορεί να έχουν ίση συμμετοχή με αυτές σε οποιαδήποτε κινηματική διαδικασία αφού δικός τους ρόλος είναι να ηγούνται. Μ’ αυτό ακυρώνουν οποιοδήποτε θετικό στοιχείο θα μπορούσε να έχει η παρουσία τους για βοήθεια στο κίνημα. Έχουν τις δικές τους οργανώσεις –κι ανένταχτοι αν είναι σ’ αυτές τις οργανώσεις αναφέρονται- και τις μαζώξεις τους οι αναρχικοί πού αυτό δεν θα ήταν κακό αν δεν τις θεωρούσαν τις μόνες αρμόδιες να χαράξουν το  πολιτικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί και ο κόσμος πού δεν είναι εκεί ενταγμένος. Έτσι η συμμετοχή τους σε ευρύτερα σχήματα γίνεται εξαιρετικά προβληματική αφού απαιτούν να επιβάλουν τις απόψεις τους και να ηγηθούν. Δεν είναι περίεργο ότι συνήθως τα μόνα σχήματα στα οποία μπορούν να συμμετέχουν έχουν χαρακτήρα δικής τους παράταξης με ανθρώπους πού τους ακολουθούν (αυτό το ακολουθούν είναι λέξη πού χρησιμοποιούν πολύ συχνά).τα κινήματα τα θέλουν βέβαια αρκεί να είναι ελέγξιμα, αρκεί να επιτρέπουν τις ελπίδες ότι θα στρατευθούν κάτω από τις δικές τους σημαίες, αρκεί να μην μπαίνουν στα δικά τους χωράφια της αυτόνομης πολιτικής λειτουργίας. Η Πλατεία από τότε τους τρόμαξε όλους αυτούς τους «πρωτοπόρους» γιατί εκεί οι μάζες εκδήλωσαν μια τάση – άσχετα αν τα κατάφεραν τελικά –να παρακάμψουν τις επιμέρους οργανώσεις και να αποκτήσουν μια αυτόνομη και συνολική λειτουργία πού να εκφράζει ισότιμα και δημοκρατικά ολόκληρο το κίνημα. Ενώ γι αυτούς ήταν αδιανόητη η ισότιμη συμμετοχή με τον «μη πρωτοπόρο» πού βρισκόταν δίπλα τους.Το απέδειξαν και στη συνέχεια αυτό όταν, φεύγοντας με ανακούφιση από τις πλατείες, επί έξι χρόνια προσπαθούσαν να στησουν «αριστερά μέτωπα» (πού δεν στήθηκαν τελικά) από τα οποία θα ήταν αποκλεισμένος όλος ο κόσμος της πλατείας έστω κι αν ήθελε με θέρμη να αγωνιστεί ενάντια στην αποικιοποίηση της χώρας αλλά δεν ήξερε τίποτα από Μαρξ ή δεν συμφωνούσε μ’ αυτή την ελιτίστικη νοοτροπία. Αυτόν τον κόσμο (επιλεκτικά πάντα) τον θέλαν μόνο να μπει στην οργάνωσή τους (αν κρινόταν άξιος) ή απλά στις λίστες των e-mail τους (κάτι ξέρω πού το λέω) ή έστω σε κάποιο παραταξιακό σχήμα πού είχαν στήσει και+ όπου γινόταν δεκτή και η «κατώτερη συνείδηση»
   Στην πλατεία εκείνης της πρώτης φοράς υπήρχαν στην πραγματικότητα δύο στρατόπεδα με τον σκληρό πυρήνα της αριστεράς και των αναρχικών να λειτουργεί και να θέλει να λειτουργήσει σαν κάτι ξεχωριστό από το υπόλοιπο κίνημα μεταβίας ανεχόμενο τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και περιμένοντας να «περάσει η μπόρα». Τώρα ο κόσμος εκείνος πού είχε φτιάξει εκείνο το κίνημα είναι πια αποκαμωμένος, και απογοητευμένος αρκετά, έχει χάσει την ελπίδα πού είχε την εποχή της αθωότητας. Είναι πολύ πιθανόν ότι στις πλατείες πια θα βρούμε μόνο τους άλλους. Αν γίνει κατορθωτό να ξεκινήσει κάτι θα πρέπει να ρίξουμε μεγάλο βάρος στην τηρηση των δημοκρατικών και ανοιχτών διαδικασιών για να μην επικρατήσει η νοοτροπία της ελίτ του κινήματος.
                                          Πατριώτες και απάτριδες
     Είναι η άλλη μεγάλη διαφορά πού διχάζει το κίνημα και ήταν παρούσα και τότε στην Πλατεία όπου εκεί όμως δεν είχε βγει σε όλες τις διαστάσεις της αλλά περισσότερο στη διαμάχη για τις σημαίες. Ο κόσμος πού είχε κατεβεί τότε στις πλατείες κρατούσε και ελληνικές σημαίες για να διαμαρτυρηθεί για την επιχειρούμενη διάλυση της χώρας αλλά θεωρώντας και την ελληνική σημαία  σα σύμβολο ενότητας σε αντίθεση με τις κομματικές. Ο κόσμος όμως αυτός δεν ήξερε ότι οι «άλλοι» υπήρχαν και έμελλε να το ανακαλύψει με οδυνηρό τρόπο.
   Οι «άλλοι» τυχαίνει να ταυτίζονται με το στρατόπεδο πού περιέγραψα προηγούμενα τον σκληρό πυρήνα της αριστεράς και των αναρχικών.Η στάση τους απέναντι στα εθνικά θέματα προκαλεί μεγάλη εντύπωση σε όποιον δεν γνωρίζει τις διεργασίες πού συμβαίνουν εδώ και χρόνια σ’ αυτούς τους χώρους εξαιτίας του φανατισμού με τον οποίο διατυπώνεται από μεγάλο τμήμα αυτού του στρατοπέδου, έναν φανατισμό θρησκευτικού τύπου : έχουμε δει να κατεβάζουν και να σκίζουν τις ελληνικές σημαίες όπου τις δουν, να γρονθοκοπούν όποιον τις κρατάει, να ασκούν μια πραγματική ιδεολογική τρομοκρατία σε όποιον κινείται στους ίδιους χώρους χωρις να ταυτίζεται μ’ αυτές τις απόψεις πού καταλήγει να μη τολμάει να πει ότι τον ενδιαφέρει η πατρίδα του για να μην χαρακτηριστεί εθνικιστής και χρυσαυγίτης. Μιά βόλτα στους «τοίχους» διαφόρων προσωπικοτήτων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης πείθει ότι κάπου η κατάσταση σ άυτό το πεδίο έχει ξεφύγει εντελώς και βγαίνει ένα μίσος απ’αυτά τα άτομα για τον ίδιο το λαό από τον οποίον προέρχονται τον οποίον αποκαλούν με διάφορα χλευαστικά και με μια περιφρόνηση πού είναι τελικά ρατσισμός. Ερωτήματα προκαλεί το ότι αυτά συμβαίνουν μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία πού ζούμε και σ άυτή τη χώρα. Ιδέες διεθνισμού πού είχαν διατυπώσει τα εργατικά κινήματα ιμπεριαλιστικών και αποικιοκρατικών χωρών μεταφέρονται αυτούσια για να εφαρμοστούν σε μια χώρα όπου έχει ήδη καταλυθεί κάθε ιδέα εθνικής κυριαρχίας, όπου έχουν ήδη καταργηθεί τα σύνορα ( εκεί και όπως βέβαια θέλουν τα Διευθυντήρια) και ετοιμάζεται η ολική προσάρτησή της σ’ αυτό το αυτοκρατορικού τύπου μόρφωμα με ηγέτιδα δύναμη το Δ΄Ράιχ. Συνεχής βομβαρδισμός του λαού από τούς μέσα με διάφορα απαξιωτικά και χλευαστικά πού έρχονται να προστεθούν στον ολοφάνερο στόχο των απέξω να σπάσει το ηθικό. Βέβαια όλα αυτά μπορεί να συμβαίνουν και χωρίς τις ακραίες επιθέσεις, με επίκκληση μόνο του ταξικού στοιχείου πού πρέπει να κάνει αδιάφορα όλα τα άλλα αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, η αδιαφορία για το τι συμβαίνει στη χώρα πού το όνομά της δεν πρέπει καν να αναφέρεται γιατί θεωρείται «εθνικισμός»
   Δε θα αναλύσω εδώ στις αιτίες αυτού του φαινομένου πού είναι ένα τεράστιο θέμα από μόνο του αλλά στο πόσο δυσκολεύει τη συνύπαρξη και τους κοινούς αγώνες των δύο «στρατοπέδων» κάτι πού δεν ήταν κατανοητό σε όλες του τις διαστάσεις την εποχή της αθωότητας. Και η δυσκολία δεν οφείλεται μόνο στις διαμετρικά αντίθετες απόψεις σε ένα τόσο καίριο θέμα αλλά και γιατί αυτές οι ιδέες εμποδίζουν και τους κοινούς στόχους. Οι άνθρωποι αυτοί πού ονόμασα το «άλλο στρατόπεδο» μέσα στο κίνημα, σαν απόρροια της άρνησης κάθε εθνικής ταυτότητας ουδέποτε θέσαν στη διάρκεια των χρόνων της κρίσης σαν πρώτη προτεραιότητα την πάλη ενάντια στην κατοχή της χώρας (αρνούνται και ότι υπάρχει κατοχή γιατί κάποιοι έλληνες λέει συνεργάζονται λες και δε συνέβαινε αυτό και στην προηγούμενη κατοχή). Ούτε η αντίσταση στην εξαθλίωση του λαού, ούτε τα μνημόνια και οι δανειακές συμβάσεις είναι στις προτεραιότητές τους.Ένα κομμάτι απ άυτούς δεν ασχολείται εντελώς καθόλου. Δεν μπορούν να έχουν καμιά κοινή δράση με τους κατοίκους της πόλης είπε ένα τέτοιο άτομο  με περιφρονητικό ύφος σε λαϊκή συνέλευση γιατί στην πόλη ασχολούνται με τα μνημόνια δηλαδή με την τσέπη τους (όπου τσέπη ονομάστηκε η αγωνία για την επιβίωση). Ένα άλλο κομμάτι δεν τα παραλείπει εντελώς αλλά έχει απλά κι αυτά τα θέματα σα δευτερεύοντα και τριτεύοντα μέσα στις άλλες ασχολίες του. Όσο για την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, αυτή δεν τους αφορά καθόλου.
   Όμως , κατά τη γνώμη μου, σε μια χώρα πού καταλύεται και αποικιοποιείται δεν μπορεί να σταθεί κινημα πού θα αγγίξει τις λαϊκές μάζες αν δεν έχει πρώτη προτεραιότητα να περισώσει ό,τι γίνεται και να σταματήσει την εκποίηση της χώρας. Και να οργανώσει τον κόσμο γύρω απ΄αυτό το στόχο.Όλα τα άλλα συζητιούνται αφού αυτά έχουν εξασφαλιστεί. Γι αυτό πιστεύω ότι αυτή η διαφοροποίηση στη στάση για τα εθνικά θέματα και στο ενδιαφέρον για την τύχη της πατρίδας είναι καίριας σημασίας και δεν μπορεί να λυθεί αυτή τη στιγμή με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή κάποια ενότητα ανάμεσα στα δυό στρατόπεδα τού κινήματος για σχέδια μεγάλης ανατροπής γιατί μέσα απ’όλα θα ξεπηδάει το εθνικό ζήτημα και θα παράγει μόνιμες συγκρουσεις. Αυτό πρέπει να το ξέρουμε και να μην έχουμε αυταπάτες. Μόνο σε επιμέρους και συγκεκριμένα θέματα θα μπορούσαμε να συνυπάρξουμε μέχρι να βρούμε τρόπο να πετύχουμε κάποια σύγκλιση.
                      Η αντιμετώπιση του προσφυγικού
  Είναι ένα άλλο εξαιρετικά διχαστικό θέμα πού σ΄αυτή τη φάση έχει πάρει οξύτατες διαστάσεις,εμφανίζεται σε όλες τις συνελεύσεις και χωρίζει και τα στρατόπεδα και τις μικρές ομάδες ακόμα μεταξύ τους. Εκτός μόνο από τον σκληρό πυρήνα της Αριστεράς και των αναρχικών πού ανέφερα ο οποίος έχει συγκροτημένη και  αμετακίνητη στάση τέτοια πού να απειλεί να προκαλέσει ακόμα και εμφύλιο, αυτόν πού τόσο πολύ ήθελαν τα ευρωπαϊκά διευθυντήρια και δήλωναν ανοιχτά από την πρώτη στιγμή της επίθεσης στην Ελλάδα πώς είναι αναπόφευκτος.Τι ακριβώς συμβαίνει μ’ αυτό το θέμα;
   Η ολόψυχη και μέχρι αυταπάρνησης προσφορά και αλληλεγγύη μεγάλου μέρους της κοινωνίας είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Όμως τελευταία, όσο το πρόβλημα μεγάλωνε, τα σημάδια κόπωσης, η ανησυχία, η αγωνία μάλλον πού οδηγεί αυτή η κατάσταση, τι επιδιώκουν οι απέξω μεγάλωνε κι αυτή. Η πλανώμενη δε υποψία ότι τους πρόσφυγες πού αυτοί δημιούργησαν με τις επεμβάσεις τους τους έχουν ήδη χρησιμοποιήσει σα μέσο πίεσης, όχι προς την κυβέρνηση πού τα παραχωρεί όλα και καμιά πίεση έχει αποδείξει ότι δεν χρειάζεται γι΄αυτό, αλλά στον κόσμο για να φοβηθεί ακόμα περισσότερο και να μην διαμαρτύρεται. Και αφού ελέγχουν την κατάσταση αυτοί με τις Μ.Κ.Ο τους και με την κυβέρνηση μαριονέττα πού έχουν στήσει στην Ελλάδα, η πιθανότητα να τους χρησιμοποιήσουν, αν χρειαστεί και σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο για παραπέρα διάλυση της χώρας, γι αυτό άλλωστε έχουν φροντίσει να απομακρύνουν όσο μπορούν τους εθελοντές συμπαραστάτες, δε φαίνεται κάτι το απίθανο. Γι αυτό, τη στιγμή πού μεγαλώνουν οι ανησυχίες μέσα στην κοινωνία και έχουν εισβάλει και στο κίνημα, το κομμάτι πού ανέφερα,το σκληροπυρηνικό,αντί να προσπαθήσει να καταλάβει τις ανησυχίες πού πλανώνται και να συμμετέχει σε μια προσπάθεια κατανόησης τι πραγματικά συμβαίνει και διαλόγου με τους άλλους έχει περάσει σε μια άγρια επίθεση και στοχοποίηση αυτών των ανθρώπων σαν χρυσαυγίτες και ρατσιστές. Εννοείται πώς δεν αναφέρομαι στα μέλη της γνωστής συμμορίας ή σε αυτούς πού εκφράζουν πραγματικά ρατσιστικές αντιλήψεις πού βέβαια δε νομίζω να θέλει κανείς από μας κουβέντα μαζί τους αλλά γι αυτούς πού επειδή ανησυχούν για τα σχέδια πού έχουν δρομολογηθεί, χαρακτηρίζονται χρυσαυγίτες.
   Η συγκεκριμένη στάση πού έχει η σκληροπυρηνική ομάδα πού ανέφερα είναι μια μονοκόμματη, συμπαγής και φανατική τοποθέτηση πού δε συζητάει τίποτα με την κοινωνία, συνδέει το ζήτημα των προσφύγων με την επιθυμητή γι αυτούς κατάργηση των συνόρων και των εθνικών κρατών ακριβώς όπως είναι τα παγκοσμιοποιητικά σχέδια της χρηματιστικής ευροατλαντικής ελίτ, χαρακτηρίζει χρυσαυγίτες και ρατσιστές και όσους συμπαραστέκονται και έμπρακτα στους πρόσφυγες αλλά δε θα θέλαν απλά να ευοδωθούν τα σχέδια των διευθυντηρίων, αδιαφορώντας αν τους σπρώχνει έτσι στην πλήρη παραίτηση, στη σύγκρουση με τους μετανάστες και στην ίδια την Χ.Α. τους πιο απολίτικους απ΄αυτούς. Και δε φτάνει αυτό, αλλά αυτόν τον καιρό πού γίνεται λόγος για νέο ξεσήκωμα βρήκαν να εφαρμόσουν τη «δικτατορία του προλεταριάτου» στο City Plaza, ιδιοκτησία μιάς χρεωμένης γυναίκας, διασύροντάς τη μάλιστα με απίστευτο τρόπο αφήνοντας απειλή ότι το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε άλλους μετέωρους χώρους οποιασδήποτε ατομικής ιδιοκτησίας και όχι βέβαια κρατικής πού προστατεύεται από τα ΜΑΤ. Ανατριχιαστικές προκηρύξεις τόσο των ίδιων όσο και των συμπαραστατών τους για την ενέργεια αυτή (πού ποτέ δε σκέφτηκαν να κάνουν σε τράπεζες και εφορίες πού εξοντώνουν τον πληθυσμό αλλά κρατούν όρθιες τις κυβερνήσεις) δηλώνουν ξεκάθαρα την πλήρη αδιαφορία τους για απόψεις έξω από τη δική τους ομάδα και τη διάθεσή τους να επιβάλουν απολυταρχικά τη δικιά τους «επαναστατική άποψη» στη «μη πρωτοπόρα μάζα». Ποια συνέλευση πλατείας θα μπορούσε να αφορά τέτοια άτομα;
   Κι όμως, αν μπορούσαν να ξαναζωντανεύσουν οι λαϊκές συνελεύσεις των πλατειών θα μπορούσαμε  να βάλουμε κάτω τα κοινά στοιχεία πού συνδέουν εμάς και τους ξεριζωμένους πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο, γιατί όλοι είμαστε πιόνια στο ίδιο παγκοσμιοποιητικό κατασκευασμένο και μεθοδευμένο παιχνίδι της διάλυσης όλων των συμπαγών εθνικών πληθυσμών πού θα μπορούσαν να μπουν εμπόδια στα σχέδιά τους και της προσάρτησης των σαστισμένων και απελπισμένων ανθρώπων τους σαν ξεκομμένες και ανήμπορες μονάδες χωρίς πατρίδα, δικαιώματα και πολιτιστικά χαρακτηριστικά στα σχέδια της εκκολαπτόμενης παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Λαϊκές συνελεύσεις σε μια χώρα πού διαλύεται με διαφορετικό (προς το παρόν τουλάχιστον) τρόπο απ’ αυτόν των προσφύγων είμαι βέβαιη ότι θα βρίσκαν τον δρόμο της συμπαράστασης και συμπόρευσης μαζί τους χωρίς να πέσουμε στις παγίδες πού έχουν στήσει τα Διευθυντήρια και για εκείνους και για εμάς. Πόσο είναι πια εφικτό αυτό με την τεχνητή πόλωση πού δημιούργησαν αυτοί πού έτσι κι αλλοιώς δεν ενδιαφέρονται για κανένα κίνημα σαν αυτό των Πλατειών, δεν μπορώ να πω τίποτα με βεβαιότητα
                          .  Οι μέσα και οι έξω από ευρωζώνη και Ε.Ε.
Η αντίθεση αυτή πού υπήρχε από την αρχή της κρίσης και δίχαζε και τα ίδια τα στρατόπεδα μεταξύ τους απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά το φιάσκο του ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια είναι ότι το θέμα αυτό, αν και καθοριστικό για τους στόχους του κινήματος δεν προκάλεσε και ούτε προκαλεί μεγάλους φανατισμούς όσο κι αν προσπάθησαν να τους δημιουργήσουν με το «Μένουμε Ευρώπη» στο δημοψήφισμα. Ο λόγος είναι ότι δεν μπήκε ποτέ με κινηματικούς όρους, αν δηλαδή η έξοδος από τη σφιγγοφωλιά αποτελεί αναγκαία πράξη αντίστασης στην κατοχή και αποικιοποίηση της χώρας αλλά πάντα τα επιχειρήματα ήταν οικονομικού και τεχνοκρατικού χαρακτήρα, ότι είναι δηλαδή σωστότερη επιλογή για την ανάκαμψη της χώρας. Σ’ αυτή τη βάση η συζήτηση επικεντρώθηκε στις αναλύσεις των ειδικών πού ήταν και αντιφατικές μεταξύ τους, ο κόσμος πού δεν ήξερε από οικονομικά δεν κατάφερνε να αποκτήσει βεβαιότητες τέτοιες πού να τον ξεσηκώνουν και ενστικτώδικα έδειχνε να φοβάται περισσότερο τις ασύμμετρες απειλές, αν διάλεγε μια τέτοια λύση, πού έμμεσα και με τρομοκρατικό τρόπο φρόντιζε πάντα να υπάρχουν η «δημοκρατική Ευρώπη» και να εμφανίζεται η επιλογή αυτή από την άλλη μεριά σαν απειλή του Σόϋμπλε. Ούτε είχε αγγίξει το κίνημα των Πλατειών την προοπτική δημιουργίας ενός πολιτικού φορέα κινηματικού χαρακτήρα πού θα αναλάβαινε την προώθηση τέτοιου σχεδίου κι έτσι το ερώτημα παρέμενε και παραμένει ακόμα μέσα σε μια εκκρεμότητα μέχρι να φύγει από τους οικονομολόγους και να μπει στις πραγματικές κινηματικές του διαστάσεις, περιμένοντας δηλαδή τη νέα Πλατεία για να το αναζωογονήσει.
     Είναι δυνατή η συνύπαρξη μέσα σ’αυτές τις διαφορές;
     Όλα αυτά τα είπα για να ξέρουμε σε ποια βάση ξεκινάμε μια νέα προσπάθεια τώρα πού η αθωότητα της παλιάς έκρηξης δεν υπάρχει πια και όχι βέβαια για να υποστηρίξω ότι δεν έχει νόημα μια καινούργια προσπάθεια. Το πώς θα γίνει είναι αυτό πού πρέπει πια να απασχολεί και μ΄αυτά τα δεδομένα πού υπάρχουν τώρα. Και με κάτι άλλο ακόμα: παρόλο ότι το κίνημα και παρά τις συνεχείς επιθέσεις και επικρίσεις πού δέχεται απ’ αυτούς και αυτές πού το παρακολουθούν από το θεωρείο και γενικά το βρίσκουν πάντα κατώτερο της υψηλότητάς τους, ούτε μια στιγμή δεν έπαψε να υπάρχει και να προβαίνει σε απομονωμένες πράξεις αντίστασης. Όμως δεν έχει καθόλου προχωρήσει σε επίπεδο αυτογνωσίας και οργάνωσης, μετά δε το ισχυρό χύπημα πού δέχτηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ στον οποίο,σε μια φάση παραίτησης, είχε αναθέσει την εκπροσώπησή του, η απογοήτευση και η κούραση είναι πια γεγονός και θα δυσκολευτεί ακόμα περισσότερο να αντιμετωπίσει την μονολιθική και αποστεωμένη ομάδα πού λειτουργεί μέσα του και η οποία όχι μόνο δε βοηθάει αλλά λειτουργεί διαλυτικά. Θα ξαναπώ ότι η ομάδα αυτή με τα χαρακτηριστικά πού περιέγραψα δεν ταυτίζεται κατ’ εμένα με το σύνολο του κόσμου της Αριστεράς από τους οποίους πολλοί καταγγέλουν τις νοοτροπίες της αλλά δεν αποφασίζουν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο ταυτίζεται όμως δυστυχώς με ένα μεγάλο κομμάτι της.
   Αυτά προς το παρόν.Ιδέες για το πώς προχωράμε και πιο συγκεκριμένες προτάσεις θα ακολουθήσουν αφού πρώτα ΠΑΜΕ ΠΛΑΤΕΙΑ ξανά. Εδώ είμαστε και θα τα ξαναπούμε.


  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου