Όπως γράφει το «Αθηνόραμα» «Το Κρατικό Θέατρο της Τουρκίας σε συνεργασία με
το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και τον πολιτιστικό οργανισμό "Λυκόφως"
ενώνουν τις δυνάμεις τους για να παρουσιάσουν μια ξεχωριστή ανάγνωση της
ερωτικής τραγωδίας "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" του Ουίλιαμ Σαίξπηρ”, με
Έλληνες και Τούρκους ηθοποιούς, σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Γιοβανίδη
Δεν είναι σωστή η παρουσίαση. καταλαβαίνουμε από τη συνέχεια, δεν πρόκειται
απλά για συμμετοχή Ελλήνων και Τούρκων ηθοποιών αλλά για συγκεκριμένη διανομή
ρόλων η οποία αναγκαστικά φαντάζομαι θα βάζει το έργο σε άλλο πλαίσιο από εκεί
πού το είχε τοποθετήσει ο Σαίξπηρ από το κείμενο τού οποίου αμφιβάλλω αν θα
έχει απομείνει το ελάχιστο. Και είναι φυσικό αυτό αφού ο Ρωμαίος θα είναι
Τούρκος και η Ιουλιέτα Ελληνίδα και οι δύο οικογένειες πού μισούνται, οι
Καπουλέτοι και οι Μοντέγοι θα παραπέμπουν στην Ελλάδα και την Τουρκία.
Μέσα σε πιο πλαίσιο ελληνοτουρκικών σχέσεων δημιουργήθηκε η ιδέα γι αυτήν
την παράσταση;
Να μην βιαστούμε να μιλήσουμε για τέχνη, γιατί δεν πιστεύω ότι η σύλληψη μιάς τέτοιας ιδέας ξεκίνησε από καλλιτεχνικές ανησυχίες. Η σκόπιμότητα ολοφάνερο πώς είναι καθαρά πολιτική και έχει στόχο να υπηρετήσει τις τωρινές εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τη λεγόμενη «θετική ατζέντα», να την επεκτείνει μάλιστα πιο πέρα από εκεί πού την άφησε η «Κοινή Διακήρυξη» τής Αθήνας τού περασμένου Δεκέμβρη .
Τι σημαίνει θετική ατζέντα για τον Ερντογάν; Όχι δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν θα μιλάει για τα δικαιώματα τής γαλάζιας πατρίδας του στον αέρα, στη θάλασσα και στη στεριά (βλέπε Θράκη) ότι δεν θα καμαρώνει για την ισλαμοποίηση τής Αγιά Σοφιάς, δεν θα ζητάει παραπέρα αποστρατικοποίηση των νησιών (πού μάλλον σιωπηλά την έχει πετύχει μαζί με άδειες ελεύθερης πρόσβασης στα νησιά μας για την οποία πληθαίνουν οι φωνές πού κρούουν τον κώδωνα ενός θανάσιμου κινδύνου). Και βεβαίως όχι μόνο δεν σημαίνει ότι θα σταματήσει τον θανάσιμο εναγκαλισμό του στην Κύπρο αλλά αντίθετα, νοιώθει πια ελεύθερος να δηλώνει κυνικότατα ότι τη θέλει ολόκληρη δική του. Η Κύπρος βρίσκεται στα όρια τού γκρεμού και εντελώς έξω από κάθε «θετική ατζέντα» και κάνουμε πώς δεν βλέπουμε την επικείμενη ολική τουρκοποίησή τηςΓια τον δικό μας πρωθυπουργό τι σημαίνει «θετική ατζέντα»; Στην οποία
μάλιστα φαίνεται να είναι απόλυτα προσηλωμένος και να τρέμει μήπως τού χαλάσει
αν μαθευτούν οι παραβιάσεις της στις ελάχιστες δεσμεύσεις τις οποίες δέχτηκε
από την μεριά της η Τουρκία; Σημαίνει ότι δέχτηκε να μην προβεί σε καμιά
ενέργεια πού θα «θυμώσει» την Τουρκία όπως επέκταση των χωρικών υδάτων τής
Ελλαδας στο Αιγαίο και στην Μεσόγειο στα 12 μίλια παρόλο ότι έχει αυτό το δικαίωμα
από το Διεθνές Δίκαιο τής Θάλασσας να μην ανακηρύξει τα όρια τής ελληνικής ΑΟΖ,
να μην εκμεταλλευτεί τα δικαιώματα πού τής δίνει η οριοθετημένη ΑΟΖ με την
Αίγυπτο, να μην εξοπλίζει τα νησιά, να δηλώνει μέσω κυβερνητικών στελεχών ότι
δεν έχουν ταμπού, στο θέμα τής μοιρασιάς τού Αιγαίου. Και βέβαια και πάνω
απ’όλα να μην σκεφτεί να επαναφέρει στις συζητήσεις το κοινό αμυντικό δόγμα με
την Κύπρο, εγκαταλείποντάς την οριστικά στις διαθέσεις των συμφερόντων πού
ανταγωνίζονται στην περιοχή. Σε όλα αυτά βέβαια η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε
προχωρήσει έτσι κι αλλιώς και πριν τη Διακήρυξη, μ’ αυτήν όμως ανέλαβε και μια
πολιτική δέσμευση να μην προχωρήσει σε τίποτα.
Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία δεσμεύσεων η οποία έχει μεγάλη σημασία για
τον Ερντογάν. Στη Διακήρυξη αναφέρεται: «Τα Μέρη δεσμεύονται να απέχουν από
κάθε δήλωση, πρωτοβουλία ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να
απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη
διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους». Το οποίο
σημαίνει ότι την «θετική ατζέντα» υπονομεύει και οποιαδήποτε καταγγελία τής
Τουρκίας δημόσια και στους διεθνείς οργανισμούς για την παραβατική, απειλητική
και τρομοκρατική συμπεριφορά της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, για το ρόλο
πού παίζει στην διακίνηση μεταναστών, για τη χρησιμοποίηση τής μειονότητας στη
Θράκη και την βαθμιαία εξάλειψη τού ελληνικού πληθυσμού πού διαμένει στην
τουρκική επικράτεια Σε τέτοιες καταγγελίες προχωρούσε αραιά και πού η ελληνική
κυβέρνηση με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η κυβέρνηση στις ΗΠΑ να εγκρίνει την
πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού και η Ε.Ε. να προχωρήσει στην έγκριση τής
τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. και Τουρκίας. Χρειάζονταν μια πρόφαση για να ξεπεράσουν
τα εμπόδια και την πήρε από τη «θετική ατζέντα» όπου η Ελλάδα ανέλαβε το
ξέπλυμα τής Τουρκίας αποσύροντας τις καταγγελίες εναντίον της και παραδίδοντάς
την σαν «λευκή περιστερά» στο γεωπολιτικό παιχνίδι. Πιο πολύ απ’ όλα θεωρώ
τραγική τη δέσμευση σιωπής για την τουρκική κατοχή και τα επεκτατικά σχέδια στην
Κύπρο καθώς και για την εγκατάλειψη κάθε σκέψης για προώθηση τού κοινού
αμυντικού σχεδίου Ελλάδας-Κύπρου.
Μήπως αναρωτιέστε πώς συνδέονται όλα αυτά με την θεατρική παράσταση;
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε. Είναι για να εξουδετερωθεί εντελώς και
προκαταβολικά το μοναδικό εμπόδιο πού θα μπορούσε να ανατρέψει αυτά τα σχέδια ή
έστω να κάνει δύσκολη την εφαρμογή τους : τη λαϊκή αντίδραση. Σε τέτοιες
περιπτώσεις χρειάζεται να δουλέψει ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ. Και το θέατρο όπως η τέχνη
γενικότερα, δεν είναι η πρώτη φορά πού θα χρησιμοποιηθεί για προπαγανδιστικούς
λόγους, για να ενισχύσει, να εξαγνίσει και να κάνει αποδεκτά τα πολιτικά σχέδια
κυβερνήσεων οι οποίες έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο τής παράδοσης εθνικής
κυριαρχίας τής χώρας τους.
Το ότι οι πραγματικοί σκηνοθέτες αυτής της παράστασης βρίσκονται στα
πολιτικά γραφεία φαίνεται από το ποιοι έχουν αναλάβει την παράσταση αλλά και
από τον τρόπο τής παρουσίασής της : Οι υπεύθυνοι τής παράστασης είναι, όπως
διαβάζουμε, το Κρατικό Θέατρο τής Τουρκίας (δηλαδή ο βασικός εμπνευστής και
οργανωτής της), σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και τον πολιτιστικό
οργανισμό «Λυκόφως» (μια Μ.Κ.Ο. πού δραστηριοποιείται στα θεατρικά και
ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τούς πρόσφυγες). Ο τρόπος παρουσίασης τού έργου δεν
κρύβει τίποτα από τις προθέσεις των δημιουργών του να λειτουργήσει σαν
προπαγάνδα για την αποδοχή τής τουρκικής παρουσίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Διαβάζουμε σχετικά στο «Αθηνόραμα»:
«Πρόκειται για ένα εξαιρετικά φιλόδοξο και υψηλών απαιτήσεων εγχείρημα, το
οποίο αποσκοπεί να αποτελέσει και μια "γέφυρα" μεταξύ των δύο χωρών,
καθώς δίνει μια μοναδική ευκαιρία σε Έλληνες και Τούρκους καλλιτέχνες να
συνεργαστούν και να ενώσουν τις φωνές τους. Το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα"
αποτελεί την ισχυρότερη ιστορία αγάπης που έχει γραφτεί ποτέ. Οι δυο αντίπαλες
οικογένειες της σαιξπηρικής τραγωδίας γίνονται στην παράσταση οι Έλληνες
Καπουλέτοι και οι Τούρκοι Μοντέγοι. Τα μέλη κάθε οικογένειας συνομιλούν με τη
γλώσσα τους και όποτε συναντιούνται οι δύο αντίπαλες οικογένειες, επικοινωνούν
με τη μόνη κοινή διεθνή γλώσσα που ξέρουν, τα Αγγλικά.
Πρόκειται για μια τρίγλωσση παράσταση, με ελληνικούς υπέρτιτλους, όπου δύο
οικογένειες αλλά και δύο λαοί με διαφορετικές θρησκείες και κουλτούρες είναι
μεγαλωμένοι μέσα σε μια προαιώνια σύγκρουση και οδηγούνται από ένα τυφλό μίσος.
Όμως παρά το μίσος αυτό και την έχθρα που χωρίζει τις οικογένειες, η Ελληνίδα
Ιουλιέτα και ο Τούρκος Ρομέο ερωτεύονται, αψηφώντας όλα τα εμπόδια και
διδάσκοντας την αξία της αγάπης μέσα από τον ποιητικό λόγο του Σαίξπηρ.»
Δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τον τρόπο με τον οποίο η «soft ιδεολογία» πού
έχει (με κάποια επιτυχία δυστυχώς) εφεύρει η παγκόσμια ελίτ και δεν παραλείπει
να χρησιμοποιεί και η Τουρκία όταν την συμφέρει (χωρίς να παραμερίζει στο
ελάχιστο τα επεκτατικά της σχέδια), επιστρατεύτηκε εδώ για να κάμψει τις
αντιστάσεις ενός λαού πού προορίζεται να απωλέσει οποιαδήποτε ψήγματα εθνικής
κυριαρχίας τού έχουν απομείνει. Η προπαγάνδα πού εξαπολύεται μέσα από ένα
τέτοιο έργο καλεί σε ταύτιση το ελληνικό κοινό, κύρια το νεανικό στο οποίο
ελπίζει, με τις ιδέες πού έμμεσα προβάλλει και σε αυτοενοχοποίηση αν δεν
καταφέρνει να πειστεί, αντιστρέφοντας ολοκληρωτικά τα γεγονότα και τις αιτίες.
Οι δυό λαοί λέει (αλλά εννοεί βασικά τον ελληνικό γιατί αυτός είναι πού πρέπει
να πειστεί για να παραδόσει αδιαμαρτύρητα εδάφη, θάλασσες και εθνική κυριαρχία)
«μεγάλωσαν μέσα σε μια προαιώνια σύγκρουση και οδηγούνται από ένα τυφλό μίσος».
Επομένως, αν δεν δεχτεί αυτά πού ετοιμάζονται ύπουλα πίσω από την πλάτη του,
δηλαδή τη μοιρασιά τού Αιγαίου, την κυριαρχία τής Τουρκίας στην Ανατολική
Μεσόγειο σε βάρος των δικαιωμάτων τής Κυπριακής Δημοκρατίας (την οποία δεν
αναγνωρίζουν), την διαιώνιση τής τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί και
τον σφετερισμό των ελληνικών περιουσιών με μελλοντικά (ίσως όχι και τόσο
μελλοντικά ) σχέδια και μόνιμες απειλές για ολική κατάληψη τού νησιού αλλά και
άλλων ελληνικών νησιών και τής Θράκης και άλλα πολλά πού περιέχονται στην
τουρκική ατζέντα διεκδικήσεων, τότε πρόκειται για έναν λαό πού κυριαρχείται από
τυφλό και προαιώνιο μίσος και προσοχή απέναντι στον τουρκικό λαό λένε, όχι
σ΄αυτούς πού εμφανίζονται σαν εκπρόσωποί του έχοντας χρησιμοποιήσει τούς ίδιους
μηχανισμούς χειρισμού τής εκλογικής διαδικασίας και κατασκευής συνειδήσεων μέσω
τής προπαγάνδας. πού χρησιμοποιούν και οι δικοί μας.
Και, προσοχή στη χρήση των λέξεων : αυτό πού έχουμε εμείς είναι «τυφλό
μίσος» και όχι άρνηση να παραδόσουμε την πατρίδα μας, και το μίσος είναι
προαιώνιο, τι σημαίνει αυτό, από πότε άρχισε η διαμάχη, από την εποχή των
παγετώνων ή κάποια συγκεκριμένη περίοδο και δεν θυμούνται να έχει συμβεί τίποτα
τότε; Την ίδια μέθοδο είχε χρησιμοποιήσει στην Κρήτη ο γερμανός καθηγητής Χεντς
Ρίχτερ όταν μίλησε για πρακτικές μίσους από τούς Κρητικούς πού θέλησαν να
διώξουν τούς αλεξιπτωτιστές των ναζί, το ίδιο και στην Κύπρο πού έβγαλαν ένα
λεξικό, γλωσσάρι το είπαν, για το ποιές λέξεις απαγορεύονται (και η «εισβολή»,
«κατοχή» κ.λ.π. είναι ένα δείγμα απ’ αυτές) για να μην προσβάλλονται οι Τούρκοι
και εμποδίζεται η «ειρηνική συνύπαρξη». Στην ιδεολογία αυτή τής αγαπησιάρικης
γλυκύτητας εκπαιδεύονται γενικά οι λαοί τού κόσμου οι οποίοι έχουν γίνει
αντικείμενο μίσους και αρπαγής από τούς ισχυρούς και μόνο γι αυτούς
προορίζονται τα μέτρα. Αυτό απαλλάσσει τα διάφορα Διεθνή φόρουμ και Οργανισμούς
να υποχρεώνονται σε θέσεις πού δυσαρεστούν τούς ισχυρούς.
Χαρακτηριστικό
επίσης ότι η παράσταση πού θα μάς προτρέπει έμμεσα να γίνουμε Ιουλιέτες και να
αγαπήσουμε παράφορα τον επιθετικό Ρωμαίο γείτονά μας προορίζεται να ανέβει στην
Αθήνα στις 16 Μάη, τότε πού ο πρωθυπουργός μας θα βρίσκεται στην
Κωνσταντινούπολη για επικύρωση των όσων φανερά και κρυφά έχουν συμφωνήσει οι
αντιπροσωπείες των δύο χωρών οι οποίες καιρό τώρα δεν έπαψαν να συναντιούνται
και να συζητούν. Κι αυτόν βέβαια τον εξυπηρετεί να πειστούμε από την προπαγάνδα
και να μην φερθούμε σαν απολίτιστοι βάρβαροι στην προσφερόμενη σε μάς αγάπη όσο
κι αν ξέρουμε ότι σ’ αυτήν την εκδοχή τού σαιξπηρικού έργου μόνο η Ιουλιέτα θα
πεθάνει. Και όσο κι αν δίκαια μαντεύουμε ότι είτε κάνουμε είτε όχι παραχωρήσεις
τα τύμπανα τού πολέμου έχουν αρχίσει να ακούγονται και μόνη πιθανότητα ίσως να
τα αποτρέψουμε είναι να ετοιμαστούμε γι αυτό το ενδεχόμενο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου